για να σπάσει ο πάγος…

Ως τώρα το σπάσιμο του πάγου το είχα δει μονο μεταφορικά…

img_6130

πριν λίγο καιρο το είδα και πραγματικά! Ο Ruhr πάγωσε στα στενά σημεία του.

διάφορες ανεπιτυχείς προσπάθειες «να σπάσει ο πάγος» άφησαν τα σημάδια τους: πέτρες, μπουκάλια… Η πέρλα του Ρουρ κόλλησε κι αυτή στον πάγο.

img_6162

img_6137

 

Στου κύκλου τα γυρίσματα

της Μαρίας Ιορδανίδου, βιβλιοπωλείο της Εστίας

[…] Ποτέ γυναίκα δε λάτρεψε το σπίτι της όπως λάτρεψα εγώ το δικό μου εκείνη την εποχή. Θυμούμαι τη γιαγιά μου που έλεγε: «Τη λάτρα του σπιτιού μ’ αρέσει να την κάνω μόνη μου.» Θυμούμαι πώς πέταξα τότες το κοντάρι και έπεφτα ευλαβικά στα γόνατα για να σφουγγαρίσω με τα χέρια μου το πάτωμα και σφουγγαρίζοντας να το χαδεύω. Το χάδευα όπως η μάνα χαδεύει το άρρωστο παιδί που πρόκειται να χάσει.

Έτσι γεμάτη χαρά και πόνο πέρασε όλη εκείνη η εποχή με το διπλό πελέκι πάνω από το κεφάλι μου. Το πελέκι της αεργίας και της πείνας, όσο έβλεπα τα έτοιμα λεφτά να λιώνουν λίγο-λίγο μέσα στα χέρια μου, και το πελέκι της αβεβαιότητας, όσο έβλεπα το φασισμό ν’ απλώνεται στην Ελλάδα. […]

Καλημέρα χαρά! φωνάζω και πετιέμαι απ’ το κρεββάτι μου.

Τους ξυπνώ όλους με τις φωνές μου.

-Τι έπαθε η μαμά;

-Τι έπαθα; Ξυπνήστε όλοι να γιορτάσουμε την πρώτη μέρα της λευτεριάς μου. Είμαι ελεύθερη! Δεν έχω τίποτα. Ούτε λεφτά έχω να μην ξέρω πως να τα επενδύσω να μη μου τα φάει ο πληθωρισμός, ούτε τρόφιμα έχω για να φοβούμαι μη μουχλιάσουνε. Έχω εσάς και θα ξεκινήσω να βρω τρόφιμα να ζήσουμε. Θα ξεκινήσω όπως ξεκίνησε κάποτε ο Αδάμ.

[…] Οι πιο πολλοί όμως με τον καιρό ξεχνιούνται. Partir  c’est mourir un peu. Τους ανταμώνεις  ύστερ’ από χρόνια, καμιά φορά, και λες ποίος να είναι, γνωστό πρόσωπο. Αμάν, να μην κάνω γκάφα. Από ποιό επεισόδιο της ζωής μου να είναι αυτός άραγες; Να είναι από το Ελληνικό, ή από το Μέτς, ή από το Διεθνή Ερυθρό Σταυρό; Είναι από ελασοκρατούμενη περιοχή ή από το Κολωνάκι;

[…] Αυτά και πόσα άλλα πράγματα δεν έχω να θυμούμαι στη γλυκιά εκείνη ώρα όπου η μέρα πάει ν’ ανταμώσει τη νύχτα. Είναι η ώρα που η γιαγιά μου η Λωξάντρα στην Πόλη κάθουνταν στην κόχη της και περίμενε να περάσει ο Πέρσος χαλβατζής, όχι για να αγοράσει χαλβά, αλλά για ν’ ακούσει τη χαδιάρικια φωνή του να λέει: «Νε γκιουζέλ, νε ιπέκ, νε τσιτσέκ κετενελβά. Τι ωραίος, τι μετάξι, τι  λουλούδι ο κετέν χαλβάς.» Κάθουνταν, και από τη γλύκα μισοσφαλνούσε τα μάτια της, κι εγώ, παιδάκι τότε, έλεγα γιατί κάθεται έτσι ακίνητη η γιαγιά μου. Πώς ήθελες να καταλάβω τι αισθάνουνταν; Τώρα το καταλαβαίνω, γιατί αισθάνουμαι το ίδιο κι εγώ. Μόνο μια γυναίκα εξήντα χρονών μπορεί να καταλάβει μια γυναίκα εξήντα χρονών, λένε οι Γάλλοι. Κι εγώ φαίνεται πώς πήρα να γερνώ.

[…] Είμαι ευτυχισμένη. Μπαίνω, βγαίνω και τραγουδώ. Άρχισα και εργόχειρο. Ό,τι δεν έκανα σ’ ολόκληρη τη ζωή μου το κάνω τώρα, και αναρωτιέμαι γιατί η δουλειά του σπιτιού να θεωρείται δουλειά κατώτερης ποιότητας. Δεν ξέρω, εγώ τη βρίσκω ενδιαφέρουσα και δημιουργική, ίσως γιατί τη στερήθηκα σ’ όλη μου τη ζωή. Ίσως επειδή μου θυμίζει τη ζωή στην εποχή της γιαγιάς μου, που λάτρευε το σπίτι της. «Τις έστί πλούσιος; έλεγε η γιαγιά μου. Ο εν τω ολίγω αναπαυόμενος».

Ο μεταμφιεσμένος βασιλιάς

Ο Σόρεν Κίργκεγκωρ, ο Δανός φιλόσοφος, μας έχει δώσει μια ωραία παραβολή για τον τρόπο με τον οποίον ο Χριστός επέλεξε να έρθει κοντά μας.

img_5729

«Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε ένας πρίγκιπας, που ήταν μόνος και ήθελε πολύ να παντρευτεί μια όμορφη κοπέλα, που θα γινόταν η αυριανή βασίλισσα. Κοντά στο παλάτι του υπήρχε μια μεγάλη πόλη κι ο πρίγκιπας συχνά ανέβαινε στην άμαξά του και επισκεπτόταν την πόλη για τις διάφορες δουλειές του πατέρα του.

Μια μέρα, για να βρει κάποιον έμπορο, κατέβηκε στην αγορά, σ’ ένα φτωχικό μέρος της πόλης. Πώς έτυχε να ρίξει το βλέμμα του έξω απ’ το παράθυρο και  να αντικρίσει τα μάτια μιας πανέμορφης κόρης!

Είχε και πάλι την ευκαιρία, μετά από λίγες μέρες, να ξανακατέβει στο ίδιο μέρος – ίσως και να τον τραβούσαν τα μάτια της κοπελιάς. Ήταν καλότυχος και τη συνάντησε μια δυό φορές… Σύντομα κατάλαβε πως την είχε ερωτευθεί. Αλλά υπήρχε μια δυσκολία. Πώς να προχωρήσει και να τη ζητήσει σε γάμο;

Ασφαλώς, θα μπορούσε να διατάξει να τη φέρουν στο παλάτι και εκεί να της προτείνει να τον παντρευτεί. Αλλά, ακόμη κι ένας πρίγκιπας θέλει να νιώθει ότι η κοπέλα που παντρεύεται θέλει να τον παντρευτεί. Μήπως να έκανε κάτι πιο χαριτωμένο… Να έρθει στην πόρτα της με την πιο λαμπερή του στολή, και, με μια υπόκλιση, να ζητήσει το χέρι της… Μα ακόμη κι ένας πρίγκιπας θέλει να παντρευτεί από αγάπη.

Και πάλι: θα μπορούσε να μασκαρευτεί σαν χωρικός και να προσπαθήσει να της ελκύσει το ενδιαφέρον. Μόλις της κάνει την πρόταση, θα βγάλει «τη μάσκα». Μα αν δεν τα καταφέρει;

Τότε του ήρθε στο νού η σωστή λύση. Θα εγκαταλείψει το βασιλικό του ρόλο και θα μετακομίσει στη γειτονιά της. Κι εκεί θα πιάσει δουλειά-ας πούμε θα κάνει τον ξυλουργό. Όσο θα δουλεύει το πρωί, και στην ώρα της ανάπαυσης του το απόγευμα, θα γνωρίσει τους ανθρώπους, θα αρχίσει να μοιράζεται μαζί τους τις έγνοιες και τα βάσανά τους, θα μάθει να μιλά τη γλώσσα τους. Και στην κατάλληλη στιγμή, αν έχει και την τύχη με το μέρος του, θα τη γνωρίσει με φυσικό τρόπο. Κι αν αυτή τον αγαπήσει, όπως αυτός ήδη την αγαπούσε, τότε θα της ζητούσε το χέρι.»

img_5726

Ας σταθούμε για λίγο εδώ. Ας δώσουμε το λόγο στην αγάπη, ας την ακολουθήσουμε καθώς προσφέρεται απεγνωσμένα, καθώς καταργεί, καθώς περιφρονεί τις αποστάσεις ποθώντας τη μεγάλη, την αμίμητη συνάντηση με τον αγαπώμενο. Ας μας εξηγήσει αυτή, μέσα στο θυελλώδες των κυματισμών της, την ενανθρώπιση του Θεού. Κι ας είναι αυτή που θα μας βοηθήσει να οικειωθούμε τη ζεστασιά της καθόδου Του, το μειλίχιο κάλεσμα Του.

Ημεροδρόμιο Χριστουγέννων, εκδόσεις Ακρίτας.

Στις όχθες του Ruhr…

IMG_9500

ο χειμώνας είναι βαρύς και υγρός…

 

 

το ποτάμι μουντό, τα δέντρα γυμνά από φύλλα…

 

 

όλα είναι υγρά και καλυμμένα με πρασινάδα

(βρύα, λειχήνες.. κατώτερα φυτά που  αντέχουν το κρύο…).

 

 

Παντού η πρασινάδα της υγρασίας…

πάνω στους κορμούς των δέντρων,

ανάμεσα στις πλάκες του δρόμου,

στις στέγες, στα βράχια…

ακόμα και στο κεφάλι του σκεπτικού κυρίου…!

 

 

…τα ζώα ψάχνουν για φαγητό και ζεστασιά…

Οι πάπιες κρύβονται ολόκληρες μέσα στο φτέρωμα τους για να ζεσταθούν και στέκονται στο ένα πόδι!

 

 

έτσι κυλούν οι μέρες, οι εβδομάδες, οι μήνες σαν τα νερά του Ruhr…

 

 

                …ΑΛΛΑ!…

                                           (συνεχίζεται…)

«γεννήθηκα για ν’ αγαπώ»

«οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν»

Σοφοκλής, Αντιγόνη

IMG_9992

 

δείτε την Αντιγόνη σε ταινία εδώ.

Βαβέλ!

 

Επεισόδιο 1: «Hauptfriedhof»

 

Πρώτο Σάββατο σε μια νέα πόλη! Ώρα για εξερεύνηση!

Το σούρουπο -έχοντας χαθεί λίγο, αν μπορείς να πεις ότι έχεις χαθεί όταν δεν έχεις κάποιο προορισμό – βρίσκομαι μπροστά σε μια μεγάλη πύλη, μέσα φαίνεται μια μεγάλη έκταση με χορτάρι. Στέκομαι και αναρωτιέμαι τι να είναι, εκείνη την ώρα αρχίζουν να χτυπάνε καμπάνες… «Μάλλον η ώρα θα είναι.. Σαν βοτανικός κήπος μου φαίνεται.. Αλλά είναι αργά, να μπω ή να μην μπω… εεε…χμ.. Αφού είναι ανοιχτά ας μπω!»

Πάω, λοιπόν, να μπω… και εμφανίζεται μια Frau! Και αρχίζει ακατάπαυστα να μιλάει την μητρική της γλώσσα:

-ζζ ..γχ ζζ χχ γνμμμμγγγγ…γγγ, και να δείχνει μια μικρή πορτούλα παραδίπλα.

-I can’t understand.. Εnglish?

Συνεχίζει απτόητη..

-ζζ γχ ζζγχχχ …ζζν νχτ ζζζ!!

«Εντάξει, ας φύγω. Ότι κι αν είναι αυτό κλείνει τώρα». «Θα μπορούσα να της μιλήσω ελληνικά… Έτσι κι αλλιώς ότι και να της έλεγα το ίδιο ήταν. Γιατί να παιδεύομαι να προσπαθώ να βάλω σε σειρά αγγλικές λέξεις;;;»

Υ.Γ. Hauptfriedhof είναι το κεντρικό νεκροταφείο.

 

 

Επεισόδιο 2: «Παριστάνοντας την Γερμανίδα»

 

Μετά από μια – δυό φορές στο σουπερμάρκετ σκέφτηκα.. «Δεν χρειάζεται να μιλάω στην ταμία. Λέω ένα «Hallo» στην αρχή, λέει μετά την τιμή, δεν καταλαβαίνω αλλά το βλέπω και στην οθόνη, δίνω τα λεφτά, λέω «Danke», και όταν φεύγω λέω «Tschuss», έτσι τραγουδιστά όπως το λένε κι οι Γερμανοί. Δεν χρειάζεται κάτι άλλο! Κανείς δεν θα καταλάβει ότι δεν είμαι ντόπια!»

Πηγαίνω, λοιπόν. Λέω το «Hallo», πληρώνω κλπ και ξαφνικά η ταμίας μου λέει:

-ζζ γχνν… ζζχ γντζζγγ ..χ;

-εεε;;… do you speak english?

Απέτυχε το σχέδιο! 😀

 

 

Επεισόδιο 3: «Μπορείς να μου πεις το όνομά σου;;»

 

Ένας τρόπος εκμάθησης της γλώσσας είναι ακούγοντας τους ντόπιους και googlaροντας όποια λέξη πιάσω. (Μάλλον δεν έχει πετύχει σε καμία περίπτωση μέχρι τώρα, αλλά τέλος πάντων…)

Ο Γερμανός συνάδελφος κάθε φορά που σηκώνει το τηλέφωνο λέει κάτι «λ..μ..λ». Την πρώτη φορά που το ακούω δοκιμάζω στο google translate να δω τι σημαίνει (παρακαλώ, μάλιστα, λέγεται..;), δεν βρίσκει τίποτα.. Δοκιμάζω να το γράψω με διάφορους τρόπους, πάλι τίποτα. «Μάλλον δεν το άκουσα καλά..». Αυτό επαναλαμβάνεται μερικές φορές ακόμη, το google δεν βοηθάει, οπότε αποφασίζω να ρωτήσω…

-Τι λέμε όταν σηκώνουμε το τηλέφωνο;

-Λες το όνομα σου.

-αα.. Μπορείς να το πεις; (η ερώτηση αυτή έγινε στα αγγλικά, όχι ακριβώς έτσι.. ούτε και θυμάμαι τι είπα. Μόνο τι ήθελα να πω ξέρω 😀 )

Ο Γερμανός με κοιτάει παραξενεμένος:

-Θέλεις να σου πω το όνομα σου;;

-Όχι, το δικό σου!

-Λ..μ..λ

-α! Δεν είναι Λ..χ..μ..λ..ρ;

Συμπέρασμα: Πολλά γράμματα δεν προφέρονται, παρότι γράφονται!

 

 

…και η ανατροπή! Το πρώτο Σάββατο του δεύτερου μήνα!

Περιμένω σε ένα φανάρι. Τα αυτοκίνητα σταματούν, οπότε περνάω. Στη μέση της διαδρομής ακούω έναν από αυτούς που περιμένουν από την άλλη πλευρά του πεζοδρομίου να περάσουν «Das ist rot!» (είναι κόκκινο). Απίστευτο! Κατάλαβα τι μου είπε! Είναι η πρώτη φορά που καταλαβαίνω κάτι, εκτός από τους χαιρετισμούς Hallo κλπ! 🙂 🙂

 

 

Ταξίδι στα Κύθηρα…

 

σαν την ομώνυμη ταινία

δείτε μια σκηνή της ταινίας..

και μια άλλη εκτέλεση του τραγουδιού που μ’ αρέσει πιο πολύ..

IMG_9286

…παίζοντας με τα πλακάκια και το φως

IMG_9281

πηγαίνοντας στην πηγή…

IMG_9325

 «Μαζεύω μαλγαλίτες!» λέει μια γλυκιά φωνούλα.

 

νερό…

 IMG_9341

 

και φώς…

IMG_9378

 

Μπορείτε να βλέπετε να νέα των Κυθήρων από εδώ!

IMG_9368

μικρή βαλίτσα…

μετακόμιση με μια βαλίτσα

-χμμ.. πρέπει να χωρέσουν όλα τα αναγκαία!

-ρούχα, κασκόλ, σκουφί, γάντια! εκεί που πας κάνει κρύο!

-ποια βιβλία να πάρω και ποια να αφήσω..; την συλλογή γραμματοσήμων μάλλον θα την αφήσω.. τις καρτούλες που μου είχε ζωγραφίσει ο μικρός μου αδερφός; α! και την ζωγραφιά της Φ.!

-ΣΕΝΤΟΝΙΑ ΚΑΙ ΠΕΤΣΕΤΕΣ!

-Μαμά δεν πάω στην έρημο!

-ας πάρω και λίγη ρίγανη από αυτήν που φύτεψα μαζί με τον μικρούλη…

-και αυτό:  (είναι πυρογραφία της Ε. !)

IMG_9593

 

Κρ.Π.: Μια «Μικρή βαλίτσα», τι, πως, και πόσα μπορεί να χωρέσει;

Αλκ. Ι.: Μπορεί να χωρέσει τα απολύτως απαραίτητα. Αυτά που θα σε κάνουν να εξακολουθείς να βλέπεις το δικό σου πρόσωπο σε ξένο καθρέφτη. Τη μνήμη, το παρόν και την προσδοκία της μέρας που θα ‘ρθει. Μπορεί να χωρέσει δηλαδή όλα όσα μας αποτελούν στην ουσία μας.

Από εδώ.

Ακούστε και αυτό

 

 

α-σθένεια και θεραπεία

…μετά από καιρό, έπεσα πάλι πάνω στην ομιλία του παπα-Δημήτρη για την αρρώστεια που είχε περάσει… Αν θέλετε ακούστε την…

IMG_8252

Ο καημός

οι μικροί έχουν καημό να μεγαλώσουν,

οι μεγάλοι να ξαναγίνουν νέοι,

οι ξενιτεμένοι να επιστρέψουν στην πατρίδα,

οι αταξίδευτοι να ταξιδέψουν,

οι ανύπαντροι να παντρευτούν,

οι παντρεμένοι που παντρεύτηκαν,

οι άτεκνοι να είχαν ένα παιδάκι,

οι πολύτεκνοι πώς να τα θρέψουν,

οι άνεργοι να βρουν δουλειά,

οι εργαζόμενοι να βρουν χρόνο,

οι μαθητές να τελειώσει το σχολείο,

οι γέροι να ξαναπήγαιναν σχολείο…….

 

ένα παραμύθι

(ο παραμυθιακό τύπος ΑΤ 710 από την συλλογή του Γεωργίου Μέγα, Άννα Αγγελοπούλου, Αίγλη Μπρούσκου, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών ΕΙΕ, 1994)

... για τον καημό

 

Μιά φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλέας και μια βασίλισσα. Είχαν ένα κορίτσι κι ένα παλικάρι. Είχαν και μια υπηρέτρια, κι έλεγε συνέχεια: «Ωχ! καημός!» και το κορίτσι ρωτούσε «Τι είναι ο καημός;». «Μην ρωτάς για τον καημό, να τον μάθεις. Α! παπά! παιδάκι μου!», λέει η υπηρέτρια.
Κατά σύμπτωση εκείνη την ώρα που τα λέγαν, περνάει ένας απ’ έξω και φώναζει: «Πουλώ καημό! Πουλώ καημό!». «Θα πάω όξω να πάρω», λέει η βασιλοπούλα. Πάει όξω σ’ αυτόν: «Πού είναι ο καημός, που πουλάς;». Αυτός τον είχε μέσα σ’ ένα κουτάκι, μικρό σαν σπιρτόκουτο. Τον πήρε η βασιλοπούλα. Μες στο κουτάκι ήταν ένα σκουλήκι. Το θρέφει, το θρέφει η βασιλοπούλα το σκουλήκι, μεγάλωσε, γίνηκε θηρίο. Έφαγε τη μάνα της, έφαγε τον πατέρα της, έφαγε τον αδερφό της, τρώει όλο το χωριό. Ρήμαξε το χωριό. Αυτήν όμως δεν την έτρωγε.

Σα ρήμαξε το χωριό, παίρνει κι αυτήν τα μάτια της και σηκώθηκε κι έφυγε. Πήγε σ’ ένα μέρος και ανέβηκε πάνω σ’ ένα δέντρο. Εκεί απο κάτω απ’ το δέντρο ήταν μια βρύση. Πήγε ένας βασιλέας σ’ αυτήν τη βρύση, να ποτίσει το άλογό του. Πάει να πιεί το άλογο και σκιάζεται. Κοιτάζει απάνω ο βασιλέας και βλέπει μια κοπέλα όμορφη. Της λέει: «Άνθρωπος είσαι ή φάντασμα;» «Άνθρωπος του Θεού, όπως είσαι και συ», λέει. «Κατέβα κάτω», λέει, «και θα σε πάρω γυναίκα». Κατέβηκε κείνη, την πήρε και την πήγε σπίτι του.

«Τι είναι αυτήν πού έφερες; Μην είναι καμιά άγρια», του λέει η μάνα του. » Όχι», λέει, » είναι καλή και θα την στεφανωθώ». Την στεφανώθηκε, την πήρε γυναίκα του. Εκείνη έμεινε έγκυος. Εκείνου του ήρθε μήνυμα να πάει στον πόλεμο. Λέει της μάνας του: «Μάνα,τη γυναίκα μου και τα μάτια σου. Όταν γεννήσει να την περιποιηθείς». «Καλά, παιδάκι μου». Έφυγε αυτός. Ήρθε καιρός να γεννήσει, γέννησε κι έκανε ένα παλικάρι. Στις τρεις μέρες πάει τη νύχτα το θηριό και της λέει: «Πείνασα». «Να, φάε με». Αρπάζει το παιδί της και το τρώει. Σε λίγο της λέει η πεθερά της: «Τι κάνει το παιδί; Δεν το ακούω να κλαίει». «Πείνασα», λέει αυτή, «και το ‘φαγα». «Α! παπά! παιδάκι μου! Το παιδί σου έφαγες;» «Ε, να!» λέει, «το ‘φαγα».

Μετά από καιρό ήρθε ο άντρας της. «Τι χαμπάρια, μάνα; Τι κάνει η γυναίκα μου; Γέννησε;» «Γέννησε», λέει, «και πέθανε το παιδί». «Ε! καλά», λέει. «Αυτήν να ‘vαι καλά». Σε λίγο καιρό έμεινε πάλι έγκυος. Εκείνου του ήρθε πάλι μήνυμα να πάει στον πόλεμο.
Πριν φύγει πάλι, λέει της μάνας του: «Μάνα, τη γυναίκα μου και τα μάτια σου. Το παιδί, λέει, να κοιτάξετε τώρα να το σώσετε». Γέννησε πάλι αυτή, κάνει παλικάρι, στις τρεις μέρες ήρθε πάλι το θεριό. «Ου, ου, ου, ου!» τ’ ακούει, γι’ αυτήν ερχόταν. «Ωχ! καημός!» λέει. «Ήρθες πάλι;» «Πείνασα», λέει, «θέλω να φάω». «Να, φάε με». Αρπάζει πάλι το παιδί, το τρώει. Ύστερα της λέει πάλι η πεθερά της· «Δεν τ’ακούω το παιδί να κλαίει. Μην κι έκανες τίποτα πάλι;» «Να, πείνασα και το ‘φαγα πάλι». «Μα γιατί δεν μου ‘λεγες να φέρουμε ψωμιά, φαγιά να φας;», «Ε! να, το ‘χω αυτό το κακό». «Τώρα τι θα του πούμε του άντρα σου;». Γύρισε ο άντρας της πάλι. Ρωτάει τη μάνα του: «Τι χαμπάρια, μάνα; Τι κάνει η γυναίκα μου;». «Γέννησε πάλι παλικάρι, παιδάκι μου, και πέθανε». «Πέθανε πάλι;» λέει. «Ε! τι να κάνουμε, παιδάκι μου; Έτσι ήταν τυχερό μας».

Έμεινε πάλι έγκυος. Του ήρθε μήνυμα του βασιλιά να πάει στον πόλεμο. Είπε πάλι: «Τα μάτια σας τέσσερα τώρα. Να κοιτάξετε καλά για το παιδί». Γεννάει πάλι, κάνει κορίτσι. Της βάζει φαγιά η γριά, μην τύχει και το φάει κι αυτό. Τη νύχτα πάλι, ακούει αυτή του θηρίο που πάει. «Ωχ! καημός! Ήρθες πάλι;» «Πείνασα», λέει: «Φάε με». Αρπάζει πάλι το παιδί και το τρώει. Ύστερα λέει η πεθερά της: «Παιδάκι μου, δεν τ’ ακούω να κλαίει το παιδί. Μην έκαμες πάλι τίποτα;» «Πείνασα, και το ‘φαγα». «Εμ! τώρα θα το μαρτυρήσω, άμα έρθει ο άντρας σου. Κρύψαμε το πρώτο, κρύψαμε το δεύτερο. Σ’ αυτό θα σε μαρτυρήσω». «Ό,τι θέλεις κάμε» της λέει αυτή.
Ήρθε ο άντρα της πάλι. «Τι χαμπάρια, μάνα;» «Τι να σου πω, παιδάκι μου; Τώρα θα σ’ τα μαρτυρήσω. Τα παιδιά δεν πεθάναν, μοναχά τα τρώει αυτή. Εκεί που την βρήκες, θα ήταν άγρια». Τότε λέει αυτός: «Δεν πάει άλλο. Θα την διώξουμε». Πάει και της λέει: «Αφού έφαγες τα παιδιά σου, να σηκωθείς να φύγεις, να πας απο ‘κεί που ήρθες. Δε σε θέλω για γυναίκα».

Σηκώθηκε αυτή η κακομοίρα και πήρε τα μάτια της κι έφυγε. Πήγε στο βουνό. Σα βγήκε στο βουνό, παρουσιάζεται το θεριό. «Ωχ! καημός!» λέει. «Ήρθες πάλι; Να, φάε με, να γλιτώσω τα βάσανα». «Δε σε τρώω!», λέει. «Μοναχά τώρα θα βγάλω τα παιδιά σου, γιατί τόσα και τόσα που σου έκανα, δεν με μαρτύρησες!». Γκλου! κάνει, και τα ξερνάει και τα τρία τα παιδιά της. Υστερα λέει: «Εμένα θα σκιστεί η γη σαράντα οργιές και θα με καταπιεί και δε θα ξαναβγώ άλλη φορά. Και συ, να πάρεις τα παιδιά σου και να πας στον άντρα σου να ζήσετε καλά».
Παίρνει αυτή τα παιδιά της και πάει στον άντρα της και κάθεται και του λέει ολα την ιστορία της απο την αρχή ίσαμε το τέλους. Γιατί όταν την βρήκε στο δέντρου, δεν του είχει πει τίποτα, ποια ήταν και πώς βρέθηκε εκει. Και ζήσανε καλά και ζούν ίσαμε τα σήμερα. Ούτε εγω ήμουν ‘κει δά, ούτε συ να το πιστέψεις.

και ένα σχετικό τραγούδι

 

« Older entries