Η Σταχτοπούτα

Αυτή είναι η γερμανική εκδοχή που κατέγραψαν οι αδερφοί Γκριμ γύρω στο 1800. (εκδόσεις Άγρα, α’ τόμος, σελ.206-220).

Μια φορά κι έναν καιρό αρρώστησε βαριά η γυναίκα ενος πλούσιου ανθρώπου. Κι επειδή το ‘νιωσε ότι το τέλος της πλησίαζε, φώναξε κοντά της τη μοναχοκόρη της και της είπε: «Αγαπημένο μου παιδί, να είσαι πάντα καλή και πονετική. Κι ο Θεός δεν θα σ’ εγκαταλείψει αβοήθητη. Κι εγώ θα σε βλέπω, ψηλά απ’ τον ουρανό, και θα σε προστατεύω». Ύστερα έκλεισε τα μάτια της και πέθανε. Το κορίτσι πήγαινε κάθε μέρα στο μνήμα της μάνας του κι έκλαιγε και κρατούσε την υπόσχεση που της είχε δώσει. Κι όταν ήρθε ο χειμώνας, το χιόνι έστρωσε το λευκό σεντόνι του πάνω απ’ τον τάφο. Και την άνοιξη, όταν ο ήλιος το ξέστρωσε, ο άντρας ξαναπαντρεύτηκε.

Η γυναίκα έφερε στο σπίτι τις δύο κόρες, που ήταν όμορφες στην όψη, άσπρες σαν τα κρίνα, αλλά ασχημες στην καρδιά, όλο κακία, κατάμαυρες σαν την πίσσα. Έτσι άρχισαν τα βάσανα για την φτωχή την προγονή. «Γιατί αυτή η ανόητη να κάθεται μαζί μας στο σαλόνι;», έλεγαν. «Όποιος θέλει να τρώει ψωμί, πρέπει να το κερδίζει με τον ιδρώτα του. Εμπρός! Γρήγορα στην κουζίνα, με τις δούλες». Της πήραν τα ωραία της φορέματα και της έδωσαν μια γκρίζα παλιά ποδιά και ξύλινα τσόκαρα. «Καμαρώστε την, την πριγκηπέσα! Ντυμένη και στολισμένη για το χορό!», την κορόιδεψαν.

Και την έβαλαν να κάθεται στην κουζίνα και να δουλεύει σκληρά απ’ το πρωί ως το βράδυ. Κάθε πρωί έπρεπε να σηκώνεται ξημερώματα να κουβαλάει νερό, ν’ ανάβει φωτιά, να μαγειρεύει και να πλένει. Και σαν να μην ήταν αρκετά όλα αυτά, οι δύο αδερφές έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να την παιδεύουν και να τη βασανίζουν: την περιγελούσαν, σκόρπιζαν τις φακές και τα μπιζέλια μέσα στις στάχτες, και την ανάγκαζαν ύστερα να τα ξαναμαζέψει. Το βράδυ, πεθαμένη η μικρή στην κούραση, δεν είχε κρεβάτι για να ξεκουραστεί, αλλά έπεφτε και κοιμόταν δίπλα στο τζάκι, κατάχαμα. Κι επειδή ήταν πάντα βρώμικη απ’ τις στάχτες και τη σκόνη, την έλεγαν Σταχτοπούτα.

Μια μέρα ο πατέρας κίνησε να πάει στο παζάρι και ρώτησε τις δυο κόρες της γυναίκας του τι δώρο να τους φέρει. «Ωραία ρούχα», είπε η πρώτη. «Πετράδια και μαργαριτάρια», απάντησε η δεύτερη. «Κι εσύ, Σταχτοπούτα», ρώτησε και τη δική του κόρη, «τι δώρο θέλεις να σου φέρω;» – «Το πρώτο κλαδάκι που θα χαιδέψει το καπέλο σου, πατέρα, όταν θα πάρεις το δρόμο του γυρισμού, σπάσ’ το και φερ’ το μου!» Αγόρασε λοιπόν για τις κόρες της γυναίκας του φουστάνια και κοσμήματα. Κι όταν γύριζε πια στο σπίτι, ένα κλαδάκι φουντουκιάς άγγιξε το καπέλο του. Κι εκείνος θυμήθηκε την υπόσχεση του, το ‘κοψε και το πήρε μαζί του.

Έφτασε στο σπίτι του, έδωσε στις δυο αδερφές τα δώρα τους, έδωσε και στη Σταχτοπούτα το κλαδάκι της φουντουκιάς. Η κόρη του τον ευχαρίστησε, πήρε το κλαδάκι και το πήγε στον τάφο της μητέρας της. Εκεί το φύτεψε κι έκλαψε τόσο πικρά που τα δάκρυά της κύλησαν ποτάμι απ΄τα μάγουλά της και το πότισαν. Το κλαδάκι μεγάλωσε κι έγινε δέντρο, ψηλό και όμορφο. Τρεις φορές την ημέρα πήγαινε η Σταχτοπούτα, καθόταν στον ίσκιο του κι έκλαιγε και προσευχόταν. Και κάθε φορά ένα άσπρο πουλάκι ερχόταν και κούρνιαζε στα κλαδιά της φουντουκιάς. Κι όταν η Σταχτοπούτα έκανε μιαν ευχή, αμέσως της έριχνε αυτό που είχε επιθυμήσει.

Έτυχε όμως κάποτε κι ο βασιλιάς διοργάνωσε μια μεγάλη γιορτή, που θα κρατούσε τρεις ολόκληρες μέρες. Και προσκάλεσε όλες τις όμορφες κοπέλες της πολιτείας, για να διαλέξει ο γιος του τη γυναίκα που θα παντρευόταν. Όταν άκουσαν οι δυο αδερφές πως τις είχαν προσκαλέσει κι αυτές, τρελάθηκαν απ’ τη χαρά τους. Φώναξαν λοιπόν την Σταχτοπούτα και της είπαν: «Χτένισε μας τα μαλλιά, βούρτσισε μας τα παπούτσια, στερέωσε τις αγκράφες μας. Γιατί θα πάμε νύφες στο παλάτι του βασιλιά». Η Σταχτοπούτα έκανε ότι της είχαν ζητήσει, μα έκλαψε πικρά, γιατί πολύ θα ήθελε να πάει κι αυτή στο χορό. Και παρακάλεσε τη μητριά της να την αφήσει. «Εσύ είσαι βουτηγμένη στη στάχτη και στη βρωμιά από το κεφάλι ως τα πόδια! «, της είπε η μητριά της. «Και θέλεις να πας στο χορό του βασιλιά; Δεν έχεις ούτε φόρεμα ούτε παπούτσια και θέλεις να χορέψεις; Δεν είμαστε με τα καλά μας!» Επειδή όμως η Σταχτοπούτα δεν έλεγε να σταματήσει τα παρακάλια, της είπε: » Έχω ρίξει εδώ στις στάχτες μια γαβάθα φακές. Αν καταφέρεις να τις μαζέψεις όλες μέσα σε δυο ώρες, τότε θα σ’ αφήσω να πας στο χορό». Το κορίτσι βγήκε από την πίσω πόρτα στον κήπο και φώναξε: «Αχ, περιστεράκια μου, αχ, τρυγόνια εσείς κι όλα τα πετεινά τ’ ουρανού, ελάτε να με βοηθήσετε,

να διαλέξω τις φακές:

στη γαβάθα τις καλές,

στα σκουπίδια τις κακές«.

Ήρθαν τότε στο παραθύρι της κουζίνας δυο λευκά περιστέρια, κι ύστερα τα τρυγόνια και τέλος όλα τα πουλάκια τ’ ουρανού ήρθαν φτερουγίζοντας και τιτιβίζοντας και κάθισαν πάνω στις στάχτες. Και κούνησαν τα κεφαλάκια τους κι άρχισαν τσικ, τσικ, τσικ, να τσιμπολογύν και να ξεδιαλέγουν τις φακές. Δεν είχε περάσει ούτε μια ώρα όταν τέλειωσαν κι έφυγαν πάλι πετώντας. Και το κορίτσι πήγε τη γαβάθα στην κακιά μητριά καταχαρούμενο, γιατί νόμιζε ότι θα μπορούσε πια να πάει στο χορό. Εκείνη όμως είπε: «Όχι, Σταχτοπούτα, δεν έχεις τίποτα να φορέσεις και δεν ξέρεις να χορεύεις. Όλος ο κόσμος θα σε κοροιδεύει». – Επειδή όμως η Σταχτοπούτα άρχισε να κλαίει, η μητριά της είπε: » Αν μπορέσεις να ξεδιαλέξεις δυο γαβάθες φακή απ’ τις στάχτες σε μιαν ώρα, τότε θα σ’ αφήσω να πας». Κι από μέσα της σκεφτόταν: «Ποτέ δεν πρόκειται να τα καταφέρει!» Άδειασε λοιπόν δυό γαβάθες φακή στις στάχτες κι έφυγε. Η Σταχτοπούτα όμως βγήκε πάλι απ΄ την πίσω πόρτα στο κήπο και φώναξε: «Αχ, περιστεράκια μου, αχ τρυγόνια εσείς κι όλα τα πετεινά τ’ ουρανού, ελάτε να με βοηθήσετε,

να διαλέξω τις φακές:

στη γαβάθα τις καλές,

στα σκουπίδια τις κακές«.

Ήρθαν τότε στο παραθύρι της κουζίνας δυο λευκά περιστέρια, κι ύστερα τα τρυγόνια και τέλος όλα τα πουλάκια τ’ ουρανού ήρθαν φτερουγίζοντας και τιτιβίζοντας και κάθισαν πάνω στις στάχτες. Και κούνησαν τα περιστέρια τα κεφαλάκια τους κι άρχισαν τσικ, τσικ, τσικ, να τσιμπολογούν και να ξεδιαλέγουν τις φακές. Και τότε άρχισαν κι όλα τα υπόλοιπα πετούμενα τσικ, τσικ, τσικ, να τσιμπολογούν και να ξεδιαλέγουν τις φακές. Και πριν περάσει μισή ώρα είχαν τελειώσει και έφυγαν πάλι πετώντας. Το κορίτσι πήγε τότε τις δυο γαβάθες στη μητριά του καταχαρούμενο, γιατί νόμιζε ότι τώρα πια θα το άφηνε να πάει στο χορό του βασιλιά. Εκείνη όμως είπε: «Ό,τι κι αν κάνεις δεν πρόκειται να έρθεις μαζί μας. Δεν έχεις τίποτα να φορέσεις και δεν ξέρεις να χορεύεις. Θα μας κάνεις ρεζίλι». Και μ’ αυτά τα λόγια της γύρισε την πλάτη και έφυγε με τις δυο ψηλομύτες κόρες της.

Όταν έμεινε μόνη της η Σταχτοπούτα, πήγε στον τάφο της μάνας της, κάτω απ’ τη φουντουκιά, και φώναξε:

«Δεντράκι, κούνα τα κλαδιά,

στ’ ασήμια ντύσε με και στα χρυσά».

Το πουλάκι τότε της έριξε ένα φόρεμα υφασμένο με ασημένια και χρυσή κλωστή και γοβάκια κεντημένα με μετάξι και μάλαμα. Η Σταχτοπούτα ντύθηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε κι έτρεξε στο χορό. Οι αδερφές της κι η μητριά της δεν την γνώρισαν και νόμισαν πως ήταν κάποια ξένη βασιλοπούλα, τόσο όμορφη ήταν με το χρυσό της φόρεμα. Τη Σταχτοπούτα ούτε καν που την σκέφτηκαν, θαρρουσαν πώς ήταν ακόμα στο σπίτι, βρώμικη απ’ την κορφή ως τα νύχια, και ξεδιάλεγε τις φακές μέσα στη στάχτη. Το βασιλόπουλο, όμως, μόλις την είδε, πήγε ίσια προς το μέρος της, την πήρε απ’ το χέρι και χόρεψε μαζί της. Κι ούτε ήθελε να χορέψει μ’ άλλην καμιά και δεν την άφησε διόλου απ’ την αγκαλιά του. Κι όταν ερχόταν κάποιος άλλος καβαλιέρος να χορέψει με τη Σταχτοπούτα, το βασιλόπουλο δεν το άφηνε. «Είναι η δική μου ντάμα!», έλεγε.

Έτσι χόρεψαν μέχρι που νύχτωσε. Κι η Σταχτοπούτα θέλησε να γυρίσει σπίτι της. Ο γιος του βασιλιά όμως είπε: «Θα ‘ρθω μαζί σου, να μη γυρίσεις μονάχη». Γιατί ήθελε να μάθει ποιανού θυγατέρα ήταν η όμορφη κοπέλα. Μα η Σταχτοπούτα του ξέφυγε και κρύφτηκε στον περιστεριώνα. Το βασιλόπουλο τότε περίμενε να ‘ρθει ο πατέρας της και του είπε πού είχε τρυπώσει εκείνη η παράξενη κοπέλα. Ο γέρος σκέφτηκε: «Λες να είναι η Σταχτοπούτα;» Πρόσταξε λοιπόν να του φέρουν το τσεκούρι και την αξίνα του κι έκανε κομμάτια τον περιστεριώνα. Αλλά μέσα δεν βρήκε κανέναν. Κι όταν μπήκαν στο σπίτι, βρήκαν τη Σταχτοπούτα με τα γκρίζα βρώμικα ρούχα της, να κοιμάται μέσα στις στάχτες, κι ένα μικρό λαδοφάναρο έκαιγε στο περβάζι του τζακιού. Γιατί η Σταχτοπούτα είχε γλιστρήσει κρυφά έξω απ’ τον περιστεριώνα κι είχε τρέξει στη φουντουκιά, εκεί έβγαλε τα όμορφα ρούχα και τ’ άφησε πάνω στον τάφο, απ’ όπου τα πήρε γρήγορα το πουλάκι, και εκείνη έβαλε ξανά τα παλιά, βρώμικα ρούχα της και είχε τρέξει στη γωνιά της, πλάι στο τζάκι.

Την άλλη μέρα, όταν ξανάρχισε η γιορτή, κι ο πατέρας, η μητριά κι οι αδερφές της έφυγαν πάλι, η Σταχτοπούτα πήγε κάτω απ’ τη φουντουκιά και είπε:

«Δεντράκι, κούνα τα κλαδιά,

στ’ ασήμια ντύσε με και στα χρυσά».

Το πουλί τότε της έριξε ένα φόρεμα ακόμα πιο όμορφο και λαμπερό από το πρώτο. Κι όταν η Σταχτοπούτα παρουσιάστηκε στο χορό μ’ αυτό το φόρεμα, όλοι θαμπώθηκαν από την ομορφιά της. Το βασιλόπουλο που την περίμενε ανυπόμονα, την πήρε αμέσως από το χέρι και δεν χόρεψε όλη νύχτα μ’ άλλη καμιά. Κι όταν ερχόταν κάποιος άλλος καβαλιέρος να χορέψει με τη Σταχτοπούτα, το βασιλόπουλο δεν την άφηνε. «Είναι η δική  μου ντάμα!», έλεγε. Όταν τέλειωσε ο χορός κι έφυγε η Σταχτοπούτα, το βασιλόπουλο την πήρε από πίσω, για να δει σε ποιο σπίτι θα ‘μπαινε. Εκείνη όμως του ξέφυγε πάλι και χώθηκε στον κήπο πίσω από το σπίτι. Εκεί ανέβηκε γοργά, σαν σκιουράκι, στα κλαδιά μιας μεγάλης και όμορφης αχλαδιάς, που ήταν γεμάτη ώριμα και γλυκά αχλάδια. Το βασιλόπουλο την έχασε από τα μάτια του. Περίμενε λοιπόν πάλι τον πατέρα και του είπε: «Η παράξενη κοπέλα μου ξέφυγε. Νομίζω όταν αυτή τη φορά σκαρφάλωσε στα κλαδιά της αχλαδιάς σου». Ο πατέρας σκέφτηκε: «Λες να είναι η Σταχτοπούτα;». Πρόσταξε λοιπόν να του φέρουν το τσεκούρι και την αξίνα του κι έκοψε το δέντρο. Αλλά δεν βρήκαν κανέναν στα κλαδιά του. Κι όταν μπήκαν στην κουζίνα, βρήκαν τη Σταχτοπούτα πλαγιασμένη δίπλα στο τζάκι, όπως πάντα. Γιατί είχε πηδήσει απ’ την άλλη μεριά του δέντρου, είχε αφήσει τα όμορφα ρούχα της στον τάφο, να τα πάρει το πουλάκι, είχε φορέσει την παλιά βρώμικη ποδιά της κι είχε προλάβει να πλαγιάσει στη γωνίτσα της.

Την τρίτη μέρα, μόλις έφυγαν οι άλλοι, η Σταχτοπούτα πήγε πάλι στον τάφο της μάνας της και είπε στη φουντουκιά:

«Δεντράκι, κούνα τα κλαδιά,

στ’ ασήμια ντύσε με και στα χρυσά».

Το πουλί τότε της έριξε ένα φόρεμα, τόσο όμορφο και αστραφτερό, που άλλο όμοιό του δεν υπήρχε. Και τα γοβάκια της αυτή τη φορά ήταν από καθαρό χρυσάφι. Κι όταν η Σταχτοπούτα παρουσιάστηκε στη γιορτή μ’ αυτό το φόρεμα, έμειναν όλοι μ’ ανοιχτό το στόμα απ’ το θαυμασμό. Το βασιλόπουλο χόρεψε μονάχα μαζί της κι όταν κάποιος άλλος τη ζητούσε, έλεγε: «Είναι η δική μου ντάμα».

Όταν νύχτωσε, η Σταχτοπούτα ετοιμάστηκε να φύγει κι ο πρίγκιπας θέλησε να τη συνοδεύσει. Αλλά του ξέφυγε τόσο γρήγορα που δεν πρόλαβε να την ακολουθήσει. Ο Πρίγκιπας όμως είχε σκεφτεί μια πονηριά και είχε βάλει να στρώσουν πίσσα στις σκάλες. Καθώς λοιπόν εκείνη κατέβαινε τρέχοντας, το αριστερό της γοβάκι κόλλησε και της έφυγε. Το βασιλόπουλο το μάζεψε και είδε πως ήταν μικροκαμωμένο και λεπτό και ολόχρυσο. Την άλλη μέρα το πρωί πήγε στο σπίτι του άντρα και του είπε: «Θα πάρω γυναίκα μου αυτήν που θα της ταιριάζει το χρυσό γοβάκι». Κι οι δυο αδερφές καταχάρηκαν μόλις το έμαθαν, γιατί είχαν κι δυο τους όμορφα και μικρά πόδια. Η μεγαλύτερη πήρε πρώτη το χρυσό γοβάκι να το δοκιμάσει. Κι η μάνα της πήγε μαζί της στο δωμάτιο της. Μα το γοβάκι ήταν μικρό και το μεγάλο της δάχτυλο δεν χωρούσε να μπει. Η μάνα της τότε της δίνει το μαχαίρι και της λέει: «Κοψ’ το. Όταν θα γίνεις βασίλισσα, δεν θα πηγαίνεις πουθενά με τα πόδια». Το κορίτσι έκοψε το δαχτυλό του, ζόρισε το πόδι του να μπει μέσα στο γοβάκι, δάγκωσε τα χείλια του για να μην φωνάξει απ’ τον πόνο και παρουσιάστηκε στον πρίγκιπα. Εκείνος τότε την ανέβασε νύφη στο άλογο και την πήρε μαζί του. Κι όπως πήγαιναν, πέρασαν δίπλα απ’ τον τάφο. Και δυο πουλάκια κάθονταν στα κλαδιά της φουντουκιάς και τραγουδούσαν:

«Κοίτα να δεις, κοίτα να δεις,

αίμα στάζει της πληγής.

Το γοβάκι είναι μικρό

και το δάχτυλο λειψό.

Τη νυφούλα τη σωστή

δεν την έχει ακόμα βρει».

Το βασιλόπουλο γύρισε να δει. Και είδε πράγματι το αίμα που έτρεχε και έσταζε απ΄το γοβάκι. Έστριψε λοιπόν το άλογό του και πήγε την ψεύτικη νύφη στο σπίτι της. «Δεν είναι αυτή η κοπέλα που ψάχνω», είπε. «Ας δοκιμάσει το γοβάκι η αδερφή της». Η μικρή πήρε το γοβάκι και πήγε στο δωμάτιό της να το δοκιμάσει. Και το δάχτυλο της χώρεσε μέσα στο γοβάκι, αλλά η φτέρνα της δεν έμπαινε με τίποτα. Η μάνα της τότε της δίνει το μαχαίρι και της λέει: » Κόψε ένα κομμάτι από τη φτέρνα σου. Όταν θα γίνεις βασίλισσα δεν θα πηγαίνεις πουθενά με τα πόδια». Και το κορίτσι έκοψε ένα κομμάτι από τη φτέρνα του και έχωσε με το ζόρι το πόδι του μέσα στο γοβάκι, δάγκωσε τα χείλια του να μη φωνάξει απ’ τον πόνο και παρουσιάστηκε στον πρίγκιπα. Εκείνος την ανέβασε νύφη στο άλογό του και την πήρε μαζί του. Καθώς περνούσαν όμως κάτω από τη φουντουκιά, τα δυο περιστεράκια καθόντουσαν ακόμα στα κλαδιά της και τραγουδούσαν:

«Κοίτα να δεις, κοίτα να δεις,

αίμα στάζει της πληγής.

Το γοβάκι είναι μικρό

και το πόδι της λειψό.

Τη νυφούλα τη σωστή

δεν την έχει ακόμα βρει».

Ο πρίγκιπας τότε γύρισε και είδε πράγματι το αίμα να στάζει και να βάφει κατακόκκινες τις άσπρες κάλτσες της κοπέλας. Έστριψε λοιπόν το άλογό του και γύρισε πάλι την ψεύτικη νύφη στο σπίτι της. «Ούτε αυτή είναι η κοπέλα που ψάχνω», είπε. «Δεν έχετε άλλη θυγατέρα;» – «Όχι», αποκρίθηκε ο πατέρας. «Μόνο μια κακόμοιρη μικρούλα έχω ακόμα, μια Σταχτοπούτα, απ’ τη μακαρίτισσα την πρώτη μου γυναίκα. Αλλά δεν μπορεί να είναι αυτή η νύφη». Ο πρίγκιπας όμως τον πρόσταξε να του την φέρουν, για να δοκιμάσει κι αυτή το γοβάκι. Η μητριά όμως του είπε: «Αχ, μην το κάνετε. Είναι τόσο βρώμικη που δεν κάνει να την δείτε!»  Το βασιλόπουλο όμως επέμεινε και τότε έστειλαν να φωνάξουν τη Σταχτοπούτα. Εκείνη έπλυνε τα χέρια και το πρόσωπό της, μπήκε στη σάλα και υποκλίθηκε μπροστά στον πρίγκιπα. Εκείνος της έδωσε το χρυσό γοβάκι. Και η μικρή κάθισε σ’ ένα σκαμνί, έβγαλε το ξύλινο τσόκαρο και το φόρεσε. Και το γοβάκι της ερχόταν γάντι. Κι όταν σηκώθηκε, την κοίταξε ο πρίγκιπας στο πρόσωπο και την αναγνώρισε και φώναξε: «Αυτή είναι η κοπέλα που ψάχνω!» Η μητριά και οι δυο αδερφές χλώμιασαν από το κακό τους. Ο γιος του βασιλιά όμως πήρε τη Σταχτοπούτα νυφούλα στο άλογό του και έφυγαν. Καθώς περνούσαν κάτω από την φουντουκιά, τα δυο περιστεράκια τους είδαν και τραγούδησαν:

«Κοίτα να δεις, κι αυτός ας δει!

Ούτε αίμα ούτε πληγή.

Το γοβάκι είναι καλό

και το πόδι της σωστό.

Τη νυφούλα τη σωστή

σπίτι του την πάει μαζί».

Και μ’ αυτά τα λόγια πέταξαν κι ήρθαν και κάθισαν στους ώμους της Σταχτοπούτας, ένα στ’ αριστερά της κι ένα στα δεξιά της. Κι εκεί έμειναν.

Λίγες μέρες αργότερα ετοιμάστηκαν για το γάμο. Κι οι δυο αδερφές ήρθαν κι αυτές να πάρουν μέρος στη γιορτή και να καλοπεράσουν. Και στην εκκλησία στάθηκαν μαζί με τους μελλόνυμφους, η μεγάλη δεξιά κι μικρή αριστερά απ’ τη νύφη. Τα περιστέρια τότε τινάχτηκαν απ’ τους ώμους της Σταχτοπούτας κι ορμώντας έβγαλαν το ένα μάτι της καθεμιάς. Κι έτσι τιμωρήθηκαν για την κακία τους και για την ψευτιά τους.

και η αντίστοιχη ταινία!

Advertisements

9 Σχόλια

  1. Φεβρουαρίου 4, 2015 στις 9:23 μμ

    Αν είναι δυνατόν. Ποια θα έκοβε το πόδι της και δεν θα φρόντιζε να βάλει έναν επίδεσμο;!

  2. Φεβρουαρίου 4, 2015 στις 9:35 μμ

    Κι ο πρίγκηπας χαζός ήταν; Τρεις μέρες χόρευε μαζί της, την θυμόταν, πώς γίνεται να μην κατάλαβε ότι οι αδερφές ΔΕΝ ήταν αυτή; Έπρεπε να κάνει όλη τη διαδικασία με το γοβάκι;! Ευτυχώς που σκέφτηκε και την πονηριά, για να δει σε ποια κάνει ένα παπούτσι νούμερο 36. Μπράβο πρίγκηπα. Πολύ έξυπνο. Συγχαρητήρια.

  3. maria_x said,

    Φεβρουαρίου 8, 2015 στις 11:03 μμ

    μια εξήγηση είναι ότι όταν ο γιός του βασιλιά λέει: «Θα παντρευτώ όποια της ταιριάζει το γοβάκι», είτε τ’ αρέσει είτε δεν τ’ αρέσει μετά πρέπει να κάνει αυτό που είπε. Το θέμα είναι γιατί έπρεπε να δει ότι ταιριάζει το γοβάκι για να την αναγνωρίσει;

  4. Φεβρουαρίου 10, 2015 στις 7:20 μμ

    Επειδή ή ήταν χαζός… ή η γιορτή ήταν μασκέ.

  5. maria_x said,

    Φεβρουαρίου 10, 2015 στις 9:34 μμ

    τίποτα από τα δύο. Έχει γίνει διδακτορική διατριβή από την Σταχτοπούτα, την διάβασα σχεδόν όλη, αλλά απάντηση σ’ αυτό δεν βρήκα… Δες εδώ

  6. Φεβρουαρίου 13, 2015 στις 7:04 μμ

    Πράγματι, δεν λέει και πολλά. Διαβάζοντάς το κατέληξα στο συμπέρασμα ότι το γοβάκι σχετίζεται με ήθη και έθιμα από πολλές χώρες σε μεγάλο βάθος χρόνου, οπότε πρέπει να ήταν κάπως απαραίτητο να αναφερθεί.
    Υποθέτω ότι αφού το γοβάκι ήταν υπερβολικά μικρό και ο πρίγκηπας δεν ήξερε αν είχε αδερφές η σταχτοπούτα, θα ήταν ένα καλό πρόσχημα να πάει στο σπίτι να τη ζητήσει (δεδομένου ότι δεν θα περίμενε να κόψουν και τα πόδια τους οι άλλες δύο).
    Αν λάβουμε υπ’ όψιν μας το γεγονός ότι ο γιος του βασιλιά δεν παίρνει πισω τον λόγο του, όπως είπες κι εσύ, τότε βγάζει νόημα, απλώς μετά πέφτει θύμα απάτης.
    Φυσικά θα ήταν πολύ πιο απλό να σκεφτεί κάποιο άλλο λόγο να πάει στο σπίτι και να γνωρίσει όλες τις αδερφές, αλλά είπαμε: η παράδοση του γοβακιού!

  7. Φεβρουαρίου 13, 2015 στις 7:11 μμ

    Α, τώρα σκέφτηκα ότι θα την αναγνώριζε έτσι κι αλλιώς, αλλά το να της φορέσει ένα γοβάκι προϋποθέτει ότι έχουν βρεθεί πρόσωπο με πρόσωπο και τους έχουν δει και όλοι. Έτσι αποφεύγει το ενδεχόμενο να την έχουν κρύψει για να μην μπορεί να τη δει ποτέ, αν ας πούμε είχε βρει μια άλλη αφορμή να την αναγνωρίσει «εξ αποστάσεως», δηλαδή να πάει απλώς στο σπίτι, να τη δει και να πει «αυτή είναι».
    (ελπίζω να κατάλαβες τι έννοώ)

  8. maria_x said,

    Φεβρουαρίου 16, 2015 στις 12:32 πμ

    ότι το γοβάκι είναι απόδειξη για τους άλλους εννοείς;
    πάντως έχει σημασία ότι εν τέλει μετά τη δοκιμή του παπουτσιού την κοιτάει στο πρόσωπο και την αναγνωρίζει και την παίρνει στο παλάτι όπως είναι με τα κουρέλια. Ενώ στη γαλλική εκδοχή εμφανίζεται η νεράιδα και την μεταμορφώνει και πάει στο παλάτι με πλούσιο φόρεμα. Λες ότι την αναγνωρίζει να εννοεί ότι την αποδέχεται;

  9. Φεβρουαρίου 19, 2015 στις 11:34 μμ

    Ναι! Αυτό εννοώ. Δηλαδή δεν μπορούσε απλώς να την κοιτάξει και να την αναγνωρίσει, γιατί θα του πουν «πού το ξέρεις;». Με το να της κάνει και το γοβάκι είναι η απόδειξη ότι δεν λαθεύει.
    Νομίζω ναι, κάτι τέτοιο έλεγε και στη διατριβή.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: