ο Σταχτοπούτης

από τα «Ελληνικά παραμύθια» του Γεωργίου Μέγα.

Μια φορά ήταν μια γυναίκα και είχεν ένα παιδί μοναχά. Αυτό το παιδί δεν έβγαινε καθόλου όξω απ’ το σπίτι, παρά καθότανε μεσ’ στο τζάκι κοντά στη στάχτη. Το βγαλε κ’ η μητέρα του Σταχτοπούτη.

Μια μέρα του είπεν η μητέρα του:

-Πήγαινε, παιδί μου, λιγάκι όξω. Τι κακό πια είναι αυτό με σένα και δεν βγαίνεις καθόλου όξω!

-Δώσε μου μια δεκάρα να πάω, είπε ο Σταχτοπούτης.

Του δίνει η μητέρα του μια δεκάρα, την παίρνει, βγήκεν όξω. Άμα βγήκε στο δρόμο, ηύρε παιδιά και θέλανε να σκοτώσουν ένα σκυλάκι. Τους είπε:

-Βρε παιδιά, δώστε μου εμένα το σκυλάκι, να σας δώσω μια δεκάρα.

Δίνει τη δεκάρα, παίρνει το σκυλάκι και το πάει σπίτι του.

Μια άλλη μέρα είπε πάλιν η μάννα του:

-Πήγαινε, παιδί μου, λιγάκι όξω.

Λέει ο Σταχτοπούτης:

-Δώσε μου μια δεκάρα να πάω.

Του δίνει η μάννα του μια δεκάρα, την παίρνει ο Σταχτοπούτης, πήγε όξω.

Εκεί που πήγαινε στο δρόμο, ηύρε πάλι τα παιδιά και θέλανε να σκοτώσουν ένα γατάκι. Είπε:

-Δώστε μου εμένα τούτο το γατάκι, να σας δώσω αυτή τη δεκάρα.

Δίνει τη δεκάρα, παίρνει το γατάκι.

Πήγε δα το γατάκι στο σπίτι του και καθότανε πάλι μεσ’ το τζάκι.

Μια άλλη μέρα του είπε πάλι η μητέρα του:

-Πήγαινε, παιδί μου, λιγάκι όξω.

Είπεν ο Σταχτοπούτης:

-Δώσε μου μια δεκάρα να πάω.

Του έδωκεν η μητέρα του μια δεκάρα, βγήκεν ο Σταχτοπούτης όξω. Εκεί που πήγαινε, ηύρε πάλι παιδιά και θέλανε να σκοτώσουν ένα φιδάκι. Είπε:

-Δώστε μου εμένα τούτο το φιδάκι, να σας δωσω αυτή τη δεκάρα.

Δίνει τη δεκάρα, παίρνει το φιδάκι, το πήγε κι αυτό στο σπίτι του.

Αφού τ’ ανέθρεψε και τα τρία και μεγαλώσανε, λέει μια μέρα το φιδάκι:

-Θέλω να με πας πια στην πατρίδα μου.

Σηκώνεται ο Σταχτοπούτης, βάζει το φίδι μπροστά και αυτός καταπόδι και πηγαίνουν. Στο δρόμο που πηγαίνουν, γυρίζει το φίδι και του λέει:

-Ο πατέρας μου είναι ο βασιλιάς των φιδιών. Τώρα άμα πάμε εκεί, όλα τα φίδια θα χυθούν απάνω σου, μα συ να μην τρομάξης, γιατί εγώ θα φωνάξω και θα σ’ αφήσουνε. Κι άμα πάμε στο σπίτι του πατέρα μου, θα γυρέψη αυτός να σου δώση πολλά πράγματα, γιατί με γλύτωσες, μα συ μη δεχτής τίποτα, μόνο να γυρέψης το δαχτυλίδι, που έχει από κάτω από τη γλώσσα του.

Πήγαν δα εκεί, σφυρίζει μια το φιδάκι, άρχισαν να έρχονται τα φίδια, γέμισ’ ο τόπος φίδια. Καταμεσής των είχαν ένα φίδαρο ίσαμε κει επάνω. Τούτος ήταν ο βασιλιάς των. Τα φίδια, άμα είδαν το Σταχτοπούτη, χύθηκαν απάνω του να τον φάνε. Φωνάζει το φιδάκι, τον άφηκαν. Τότε το φιδάκι πάει κοντά στον πατερα του και του λέει:

-Τούτο το παιδί, πατέρα, με γλύτωσε από τον θάνατο, ίσαμε τώρα ήθελα να μαι πια ξεχασμένο. Γι’ αυτό σήμερα τον έφερα εδώ να του δώσης ό,τι σου γυρέψη.

Τον παίρνει δα ο φίδαρος, πήγαν στο σπίτι του και του λέει:

-Τι καλό θέλεις από μένα που μου γλύτωσες το παιδί μου;

Λέει ο Σταχτοπούτης:

Δεν θέλω τίποτα άλλο παρά το δαχτυλίδι που έχεις από κάτω από τη γλώσσα σου.

Τότες είπεν ο βασιλιάς των φιδιών:

-Μεγάλο πράμα μου γυρεύεις, αλλά για το χατήρι του γιού μου στο δίνω.

Πήρε το δαχτυλίδι ο Σταχτοπούτης, κ’ έφυγε. Στο δρόμο που πήγαινε πείνασε και είπε:

«Το φίδι, λέει, μου δινε τόσα και τόσα και δεν τα πήρα, μονάχα πήρα τούτο το δαχτυλίδι και τώρα ψοφώ απ’ την πείνα». Θύμωσε, χτυπά μια κάτω το δαχτυλίδι, πετάχτηκε από μέσα ένας αράπης και είπε:

-Τι ορίζεις αφεντικό;

-Αμ’ τι να ορίσω; λέει, θέλω να φάω!

Στρώνει ο αράπης γλήγορα τραπέζι, βάζει φαγιά, κρασιά κι ό,τι αγαπά η καρδιά σου.

Σαν απόφαγε ο Σταχτοπούτης, τα συμμάζεψε ο αράπης, πάει πάλι μέσα στο δαχτυλίδι.

Πήρε το παιδί το δαχτυλίδι, ήρθε στο χωριό του και περνούσε μ’ αυτό καλά. Μια μέρα λέει ο Σταχτοπούτης της μάννας του:

-Μάννα, να πας στο βασιλιά και να του πης να μου δώση τη θυγατέρα του γυναίκα.

Η μάννα του του είπε:

-Σε τι αράδα είμαστε εμείς, μάτια μου, και να μας δώση ο βασιλιάς τη θυγατέρα του;

Κ’ εκείνος της είπε:

-Να πας χωρίς άλλο!

Κίνησε κι αυτή η καημένη να πάη στο βασιλιά. Καθώς μπήκε μέσα, είπε του βασιλιά:

-Το παιδί μου θέλει να πάρη τη θυγατέρα σου γυναίκα.

Τότε της είπε ο βασιλιάς:

-Σα μπορέση ο γυιός σου και χορτάση στην τάδε πλατεία όλο το στρατό μου, τότε θα τον πάρω στην κόρη μου γαμπρό. Δίνω σαράντα μέρες διορία, σε σαράντα μέρες αν δεν μπορέση, θα πάρω το κεφάλι του.

Πήγε η μάννα του, του το είπε. Περνούσαν οι μέρες, ο Σταχτοπούτης καθόταν ξένοιαστος. Άμα τέλειωσαν οι τριαντα εννέα μέρες, ο βασιλιας του έστειλε είδηση ότι οι μέρες τελειώνουν και να μην κάνη πώς το ξέχασε. Το παιδί του έστειλε ξωπίσω είδηση ότι το ξέρει κι ας μη νοιάζεται.

Άμα ήρθαν οι σαράντα μέρες, παίρνει το δαχτυλιδάκι και πάει στην πλατεία που ήθελε να ταϊση το στράτεμα.

Χτυπά μια το δαχτυλίδι, βγαίνει ο αράπης, του λέει:

-Τι ορίζεις, αφεντικό;

-Θέλω, λέει, τούτη την πλατεία να την γεμίσης φαγιά.

Πιάνει ο αράπης, γεμίζει την πλατεία φαγιά, πήγαν οι στρατιώτες έφαγαν και περίσσεψαν κι όλα φαγιά.

Τότε ο βασιλιάς λεει πάλι στη μάννα του Σταχτοπούτη:

-Σαν κάνη, λέει , ο γυιός σου ένα δρόμο απ’ την πόρτα σας ίσαμε τη δική μου όλο με φλουρί, σε σαράντα μέρες πάλι διορία, θα τον πάρω γαμπρό.

Άμα τελειώσαν οι σαράντα μέρες, χτυπά το παιδί το δαχτυλίδι κάτω και προστάζει τον αράπη να κάνη γλήγορα ένα δρόμο απ’ την πόρτα του ίσαμε το παλάτι όλο με φλουρί, πριν να σηκωθή ο βασιλιάς.

Πιάνει δα ο αράπης ίσαμε να πης τρία τον έκανε.

Σηκώνεται ο βασιλιάς, ανοίγει το παραθύρι, βλέπει όξω, τι να ιδή! Θαύμασαν τα μάτια του από το δρόμο.

Φωνάζει πάλι τη μάννα του παιδιού και της λέει:

-Ακόμα, λέει, ένα πράγμα θα κάνη ο γυιός σου, και θα τον πάρω πια γαμπρό. Θέλω, λέει, να κάνη ένα πύργο καλύτερο απ’ το δικό μου παλάτι. Του δίνω πάλι διορία σαράντα μέρες, σα δε μπορέση, θα πάρω το κεφάλι του.

Το παιδί πάλι, να μην τα πολυλογούμε, σαν έσωσαν οι σαράντα μέρες, χτύπησε το δαχτυλιδάκι κάτω, βγήκε ο αράπης κ’ έκανε έναν πύργο πιο καλό απ’ του βασιλιά.

Ανοίγει το πρωί το παραθύρι ο βασιλιάς, τον βλέπει, ήταν όλος με μάλαμα καμωμένος.

Πήγε τότε η μάννα του Σταχτοπούτη στο βασιλιά και του είπε:

-Το παιδί μου έκανε όλα όσα τον πρόσταξες.

Τότε ο βασιλιά της είπε να εοιμαστεί γαι το γάμο. Κ’ η γριά έφυγε και πήγε κ’ είπε του παιδιού της όσα της είπεν ο βασιλιάς.

Κι αφού ετοιμάστηκαν όλα, ο βασιλιάς πάντρεψε τον Σταχτοπούτη με την κόρη του στο καινούργιο το παλάτι κ’ έβαλεν έναν αράπη για να τους φυλάη.

Ο Σταχτοπούτης για να μην χάση το δαχτυλίδι, το είχε πάντα μέσ’ στο στόμα του. Ο αράπης όμως που τους φύλαγε, ήταν πονηρός και μια μέρα είπε στη βασιλοπούλα να ρωτήση τον άντρα της πώς είχε αυτή τη δύναμη. Ο Σταχτοπούτης της είπε γαι το δαχτυλίδι και αυτή το είπε του αράπη.

-Δεν το παίρνεις να το ιδώ κ’ εγώ λίγο; της είπε ο αράπης.

Κι αυτή πάει, εκεί που κοιμόταν ο άντρας της, βγάζει μ’ έναν τρόπο από μέσ’ από το στόμα του το δαχτυλίδι και το δίνει του αράπη. Αυτός, άμα το πήρε στα χέρια του, το χτυπά μια κάτω, βγήκεν ο αράπης από μέσα, λέει:

-Τι ορίζεις, αφεντικό;

-Να πάρης, λέει, αυτόν που κοιμάται απάνω, με το στρώμα του μαζί, και να τον αποθέσης μεσ’ στο δρόμο χωρίς να το καταλάβη, ύστερα να χαλάσης τούτο τον πύργο και να τον κάνης καταμεσής στη θάλασσα και να έχη μέσα εμένα μονάχα και τούτη τη γυναίκα.

Πιάνει ο αράπης του δαχτυλιδιού, χαλά τον πύργο, ρίχνει τον καημένο τον Σταχτοπούτη μεσ’ στη στράτα και κατόπι κάνει τον πύργο μεσ’ στη θάλασσα και βάζη μέσα τον αράπη και τη γυναίκα του Σταχτοπούτη.

Το πρωί βλέπει ο Σταχτοπούτης πως κοιμόταν μέσ’ στο δρόμο και μήτε γυναίκα μήτε δαχτυλίδι. Σηκώνεται αυτός κλαμένος, πάει στο βασιλιά και κάνει τα παράπονά του. Ύστερα πήγε ο κακότυχος στο σπίτι του. Η γάτα πήγε και τριβόταν απάνω του και μιαούριζε και του έλεγε:

-Τι έχεις, αφέντη;

-Τι να χω, γάτα μου, της λέει, τούτο και τούτο έπαθα. Τη νύχτα που κοιμώμουν, μου πήρε το δαχτυλίδι ο αράπης και τη γυναίκα κ’ έφυγε.

-Σώπα, αφέντη, του λέει η γάτα, εγώ θα σου το φέρω. Δωσ’ μου το σκυλί, να το καβαλλικέψω και να πάω να πάρω το δαχτυλίδι.

Τότε της δίνει το σκυλί, το καββαλικεύει η γάτα και περνάει τη θάλασσα. Πάει, βρίσκει τον πύργο κι ανεβαίνει πάνω στο ταβάνι. Κείνο το βράδυ κάνανε γάμο οι ποντικοί. Χύνεται η γάτα, αρπάζει τη νύφη. Σκούζουν, φωνάζουν οι ποντικοί:

-Άσε μας τη νύφη και πάρε όποιον θέλεις από μας.

-Δε σας την αφήνω, αν θα πάτε να μου φέρετε το δαχτυλίδι που έχει ο αράπης μεσ’ στο στόμα του, τότε θα σας αφήσω.

-Μην την πειράζης τη νύφη, εγώ θα πα να στο φέρω, λέει ένας ποντικός.

Πάει δα ο ποντικός, βουτά μεσ’ στο μέλι την ουρά του, ύστερα την τυλίγει μεσ’ στο πιπέρι και έπειτα πάει και την χώνει μεσ’ στου αράπη τη μύτη εκεί που κοιμώταν.

Φταρνίστηκε ο αράπης, πετάχτηκε το δαχτυλίδι, το παίρνει ο ποντικός και το πάει στη γάτα. Τότε απόλυσε τη νύφη η γάτα και κάμανε το γάμο οι ποντικοί. Πήρε η γάτα το δαχτυλίδι, κατεβαίνει απ’ το ταβάνι, καββαλικεύει το σκύλο, πέφτει αυτός στη θάλασσα και πήγαιναν στο αφεντικό τους. Όταν κόντευαν πια να βγουν από τη θάλασσα, λέει ο σκύλος της γάτας:

-Δωσ’ μου και μένα το δαχτυλίδι να το ιδώ.

Η γάτα δεν το έδινε κι ο σκύλος τη φοβέριζε πως θα τη ρίξη μεσ’ στη θάλασσα. Φοβήθηκε κ’ η γάτα, κάνει να του το δώση, τι λογής το έκαναν, τους γλίστρησε, πέφτει το δαχτυλίδι στη θάλασσα!

-Τι μου έκαμες! λέει η γάτα του σκύλου, πως θα πάω στον αφέντη μας χωρίς δαχτυλίδι;

Σαν βγήκαν όξω, τους ρώτησε ο Σταχτοπούτης τι έκαναν.

Τότες η γάτα είπε πως εμείς το βρήκαμε, λέει, το δαχτυλίδι, μονάχα τούτος εδώ έγινε αιτία και το χάσαμε μεσ’ στη θάλασσα. Ο σκύλος μήτε μιλιά.

Ο Σταχτοπούτης πάλιν αναστέναξε. Εκεί που καθότανε, είδε η γάτα που τραβούσαν πάρα πέρα γρίπο. Οι γάτες, ξέρεις, αγαπούν τα ψάρια, πήγε κοντά στους ψαράδες και φώναξε «νιαου νιαου».

Οι ψαράδες την λυπήθηκαν και της έρριξαν κάμποσα ψάρια. Εκεί που τα έτρωγε, ηύρε μέσα στην κοιλιά ενός ψαριού το δαχτυλίδι!

Το παίρνει με μια χαρά, το πάει στον Σταχτοπούτη. Το παίρνει αυτός, πάει στο βασιλιά και του λέει:

-Θέλεις, λέει, να σου φέρω τον αράπη και την κόρη σου;

-Αμ’ σα μπορής, λέει ο βασιλιάς, καθεσαι ακόμα και δεν το κάνεις;

Τότε χτυπά ο Σταχτοπούτης το δαχτυλίδι κάτω, βγαίνει ο αράπης και του λέει:

-Τι ορίζεις, αφεντικό;

-Να πάρης, λέει, τον πύργο που είναι μέσα στη θάλασσα και να τον φέρης έτσι πως είναι, να τον βάλης εκεί που ήταν και πρώτα.

Πάει δα ο αράπης του δαχτυλιδιού, παίρνει τον πύργο και τον στήνει απ’ όξω από το παλάτι του βασιλιά, εκεί που ήταν και πρωτύτερα. Ανεβαίνει ο βασιλιάς μ’ ένα σπαθί απάνω και σφάζει τον αράπη, και δίνει πάλι την κόρη του στο Σταχτοπούτη κ’ είχε και το γατάκι και το σκυλάκι μεσ’ στον πύργο και περνούσε ζωή χαριτωμένη.

Advertisements

2 Σχόλια

  1. Anthi said,

    Φεβρουαρίου 9, 2015 στις 11:42 μμ

    καλα, αυτος ο Γεωργιος Μεγας εχει κανει ενα ποτ-πουρι απο την Σταχτοπουτα, τον Αλαντιν, τον ποντικομικρουλη και αλλα 2-3 παραμυθια…:Ρ

  2. maria_x said,

    Φεβρουαρίου 10, 2015 στις 12:47 πμ

    Είναι λαικά ελληνικά παραμύθια.

    Έχει κάνει την εκλογή ο Μέγας, στο τέλος αναφέρει και την προέλευση, περιοχή, καταγραφέα.

    Μάλιστα γράφει: «Κατά τα άλλα καμία μεταβολή δεν έγινεν εις τα κείμενα, τα οποία είναι πιστά καταγεγραμμένα από το στόμα του λαού από έμπειρους συλλογείς και διατηρούν όλη την χάριν αφελούς λαικής διηγήσεως».

    Η πρώτη έκδοση έγινε το 1927 και η δεύτερη με συμπληρώσεις το 1956.

    Γενικά υπάρχουν ομοιότητες σε παραμύθια διαφορετικών χωρών και πολύ απομακρυσμένων μεταξύ τους, γιατί οι άνθρωποι παντού ίδιοι είναι. Τα λαικά παραμύθια έχουν αξία που δεν συγκρίνεται με την αξία παραμυθιών γραμμένων από μεμονωμένους ανθρώπους.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: