Ο καημός

οι μικροί έχουν καημό να μεγαλώσουν,

οι μεγάλοι να ξαναγίνουν νέοι,

οι ξενιτεμένοι να επιστρέψουν στην πατρίδα,

οι αταξίδευτοι να ταξιδέψουν,

οι ανύπαντροι να παντρευτούν,

οι παντρεμένοι που παντρεύτηκαν,

οι άτεκνοι να είχαν ένα παιδάκι,

οι πολύτεκνοι πώς να τα θρέψουν,

οι άνεργοι να βρουν δουλειά,

οι εργαζόμενοι να βρουν χρόνο,

οι μαθητές να τελειώσει το σχολείο,

οι γέροι να ξαναπήγαιναν σχολείο…….

 

ένα παραμύθι

(ο παραμυθιακό τύπος ΑΤ 710 από την συλλογή του Γεωργίου Μέγα, Άννα Αγγελοπούλου, Αίγλη Μπρούσκου, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών ΕΙΕ, 1994)

... για τον καημό

 

Μιά φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλέας και μια βασίλισσα. Είχαν ένα κορίτσι κι ένα παλικάρι. Είχαν και μια υπηρέτρια, κι έλεγε συνέχεια: «Ωχ! καημός!» και το κορίτσι ρωτούσε «Τι είναι ο καημός;». «Μην ρωτάς για τον καημό, να τον μάθεις. Α! παπά! παιδάκι μου!», λέει η υπηρέτρια.
Κατά σύμπτωση εκείνη την ώρα που τα λέγαν, περνάει ένας απ’ έξω και φώναζει: «Πουλώ καημό! Πουλώ καημό!». «Θα πάω όξω να πάρω», λέει η βασιλοπούλα. Πάει όξω σ’ αυτόν: «Πού είναι ο καημός, που πουλάς;». Αυτός τον είχε μέσα σ’ ένα κουτάκι, μικρό σαν σπιρτόκουτο. Τον πήρε η βασιλοπούλα. Μες στο κουτάκι ήταν ένα σκουλήκι. Το θρέφει, το θρέφει η βασιλοπούλα το σκουλήκι, μεγάλωσε, γίνηκε θηρίο. Έφαγε τη μάνα της, έφαγε τον πατέρα της, έφαγε τον αδερφό της, τρώει όλο το χωριό. Ρήμαξε το χωριό. Αυτήν όμως δεν την έτρωγε.

Σα ρήμαξε το χωριό, παίρνει κι αυτήν τα μάτια της και σηκώθηκε κι έφυγε. Πήγε σ’ ένα μέρος και ανέβηκε πάνω σ’ ένα δέντρο. Εκεί απο κάτω απ’ το δέντρο ήταν μια βρύση. Πήγε ένας βασιλέας σ’ αυτήν τη βρύση, να ποτίσει το άλογό του. Πάει να πιεί το άλογο και σκιάζεται. Κοιτάζει απάνω ο βασιλέας και βλέπει μια κοπέλα όμορφη. Της λέει: «Άνθρωπος είσαι ή φάντασμα;» «Άνθρωπος του Θεού, όπως είσαι και συ», λέει. «Κατέβα κάτω», λέει, «και θα σε πάρω γυναίκα». Κατέβηκε κείνη, την πήρε και την πήγε σπίτι του.

«Τι είναι αυτήν πού έφερες; Μην είναι καμιά άγρια», του λέει η μάνα του. » Όχι», λέει, » είναι καλή και θα την στεφανωθώ». Την στεφανώθηκε, την πήρε γυναίκα του. Εκείνη έμεινε έγκυος. Εκείνου του ήρθε μήνυμα να πάει στον πόλεμο. Λέει της μάνας του: «Μάνα,τη γυναίκα μου και τα μάτια σου. Όταν γεννήσει να την περιποιηθείς». «Καλά, παιδάκι μου». Έφυγε αυτός. Ήρθε καιρός να γεννήσει, γέννησε κι έκανε ένα παλικάρι. Στις τρεις μέρες πάει τη νύχτα το θηριό και της λέει: «Πείνασα». «Να, φάε με». Αρπάζει το παιδί της και το τρώει. Σε λίγο της λέει η πεθερά της: «Τι κάνει το παιδί; Δεν το ακούω να κλαίει». «Πείνασα», λέει αυτή, «και το ‘φαγα». «Α! παπά! παιδάκι μου! Το παιδί σου έφαγες;» «Ε, να!» λέει, «το ‘φαγα».

Μετά από καιρό ήρθε ο άντρας της. «Τι χαμπάρια, μάνα; Τι κάνει η γυναίκα μου; Γέννησε;» «Γέννησε», λέει, «και πέθανε το παιδί». «Ε! καλά», λέει. «Αυτήν να ‘vαι καλά». Σε λίγο καιρό έμεινε πάλι έγκυος. Εκείνου του ήρθε πάλι μήνυμα να πάει στον πόλεμο.
Πριν φύγει πάλι, λέει της μάνας του: «Μάνα, τη γυναίκα μου και τα μάτια σου. Το παιδί, λέει, να κοιτάξετε τώρα να το σώσετε». Γέννησε πάλι αυτή, κάνει παλικάρι, στις τρεις μέρες ήρθε πάλι το θεριό. «Ου, ου, ου, ου!» τ’ ακούει, γι’ αυτήν ερχόταν. «Ωχ! καημός!» λέει. «Ήρθες πάλι;» «Πείνασα», λέει, «θέλω να φάω». «Να, φάε με». Αρπάζει πάλι το παιδί, το τρώει. Ύστερα της λέει πάλι η πεθερά της· «Δεν τ’ακούω το παιδί να κλαίει. Μην κι έκανες τίποτα πάλι;» «Να, πείνασα και το ‘φαγα πάλι». «Μα γιατί δεν μου ‘λεγες να φέρουμε ψωμιά, φαγιά να φας;», «Ε! να, το ‘χω αυτό το κακό». «Τώρα τι θα του πούμε του άντρα σου;». Γύρισε ο άντρας της πάλι. Ρωτάει τη μάνα του: «Τι χαμπάρια, μάνα; Τι κάνει η γυναίκα μου;». «Γέννησε πάλι παλικάρι, παιδάκι μου, και πέθανε». «Πέθανε πάλι;» λέει. «Ε! τι να κάνουμε, παιδάκι μου; Έτσι ήταν τυχερό μας».

Έμεινε πάλι έγκυος. Του ήρθε μήνυμα του βασιλιά να πάει στον πόλεμο. Είπε πάλι: «Τα μάτια σας τέσσερα τώρα. Να κοιτάξετε καλά για το παιδί». Γεννάει πάλι, κάνει κορίτσι. Της βάζει φαγιά η γριά, μην τύχει και το φάει κι αυτό. Τη νύχτα πάλι, ακούει αυτή του θηρίο που πάει. «Ωχ! καημός! Ήρθες πάλι;» «Πείνασα», λέει: «Φάε με». Αρπάζει πάλι το παιδί και το τρώει. Ύστερα λέει η πεθερά της: «Παιδάκι μου, δεν τ’ ακούω να κλαίει το παιδί. Μην έκαμες πάλι τίποτα;» «Πείνασα, και το ‘φαγα». «Εμ! τώρα θα το μαρτυρήσω, άμα έρθει ο άντρας σου. Κρύψαμε το πρώτο, κρύψαμε το δεύτερο. Σ’ αυτό θα σε μαρτυρήσω». «Ό,τι θέλεις κάμε» της λέει αυτή.
Ήρθε ο άντρα της πάλι. «Τι χαμπάρια, μάνα;» «Τι να σου πω, παιδάκι μου; Τώρα θα σ’ τα μαρτυρήσω. Τα παιδιά δεν πεθάναν, μοναχά τα τρώει αυτή. Εκεί που την βρήκες, θα ήταν άγρια». Τότε λέει αυτός: «Δεν πάει άλλο. Θα την διώξουμε». Πάει και της λέει: «Αφού έφαγες τα παιδιά σου, να σηκωθείς να φύγεις, να πας απο ‘κεί που ήρθες. Δε σε θέλω για γυναίκα».

Σηκώθηκε αυτή η κακομοίρα και πήρε τα μάτια της κι έφυγε. Πήγε στο βουνό. Σα βγήκε στο βουνό, παρουσιάζεται το θεριό. «Ωχ! καημός!» λέει. «Ήρθες πάλι; Να, φάε με, να γλιτώσω τα βάσανα». «Δε σε τρώω!», λέει. «Μοναχά τώρα θα βγάλω τα παιδιά σου, γιατί τόσα και τόσα που σου έκανα, δεν με μαρτύρησες!». Γκλου! κάνει, και τα ξερνάει και τα τρία τα παιδιά της. Υστερα λέει: «Εμένα θα σκιστεί η γη σαράντα οργιές και θα με καταπιεί και δε θα ξαναβγώ άλλη φορά. Και συ, να πάρεις τα παιδιά σου και να πας στον άντρα σου να ζήσετε καλά».
Παίρνει αυτή τα παιδιά της και πάει στον άντρα της και κάθεται και του λέει ολα την ιστορία της απο την αρχή ίσαμε το τέλους. Γιατί όταν την βρήκε στο δέντρου, δεν του είχει πει τίποτα, ποια ήταν και πώς βρέθηκε εκει. Και ζήσανε καλά και ζούν ίσαμε τα σήμερα. Ούτε εγω ήμουν ‘κει δά, ούτε συ να το πιστέψεις.

και ένα σχετικό τραγούδι

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: