Στου κύκλου τα γυρίσματα

της Μαρίας Ιορδανίδου, βιβλιοπωλείο της Εστίας

[…] Ποτέ γυναίκα δε λάτρεψε το σπίτι της όπως λάτρεψα εγώ το δικό μου εκείνη την εποχή. Θυμούμαι τη γιαγιά μου που έλεγε: «Τη λάτρα του σπιτιού μ’ αρέσει να την κάνω μόνη μου.» Θυμούμαι πώς πέταξα τότες το κοντάρι και έπεφτα ευλαβικά στα γόνατα για να σφουγγαρίσω με τα χέρια μου το πάτωμα και σφουγγαρίζοντας να το χαδεύω. Το χάδευα όπως η μάνα χαδεύει το άρρωστο παιδί που πρόκειται να χάσει.

Έτσι γεμάτη χαρά και πόνο πέρασε όλη εκείνη η εποχή με το διπλό πελέκι πάνω από το κεφάλι μου. Το πελέκι της αεργίας και της πείνας, όσο έβλεπα τα έτοιμα λεφτά να λιώνουν λίγο-λίγο μέσα στα χέρια μου, και το πελέκι της αβεβαιότητας, όσο έβλεπα το φασισμό ν’ απλώνεται στην Ελλάδα. […]

Καλημέρα χαρά! φωνάζω και πετιέμαι απ’ το κρεββάτι μου.

Τους ξυπνώ όλους με τις φωνές μου.

-Τι έπαθε η μαμά;

-Τι έπαθα; Ξυπνήστε όλοι να γιορτάσουμε την πρώτη μέρα της λευτεριάς μου. Είμαι ελεύθερη! Δεν έχω τίποτα. Ούτε λεφτά έχω να μην ξέρω πως να τα επενδύσω να μη μου τα φάει ο πληθωρισμός, ούτε τρόφιμα έχω για να φοβούμαι μη μουχλιάσουνε. Έχω εσάς και θα ξεκινήσω να βρω τρόφιμα να ζήσουμε. Θα ξεκινήσω όπως ξεκίνησε κάποτε ο Αδάμ.

[…] Οι πιο πολλοί όμως με τον καιρό ξεχνιούνται. Partir  c’est mourir un peu. Τους ανταμώνεις  ύστερ’ από χρόνια, καμιά φορά, και λες ποίος να είναι, γνωστό πρόσωπο. Αμάν, να μην κάνω γκάφα. Από ποιό επεισόδιο της ζωής μου να είναι αυτός άραγες; Να είναι από το Ελληνικό, ή από το Μέτς, ή από το Διεθνή Ερυθρό Σταυρό; Είναι από ελασοκρατούμενη περιοχή ή από το Κολωνάκι;

[…] Αυτά και πόσα άλλα πράγματα δεν έχω να θυμούμαι στη γλυκιά εκείνη ώρα όπου η μέρα πάει ν’ ανταμώσει τη νύχτα. Είναι η ώρα που η γιαγιά μου η Λωξάντρα στην Πόλη κάθουνταν στην κόχη της και περίμενε να περάσει ο Πέρσος χαλβατζής, όχι για να αγοράσει χαλβά, αλλά για ν’ ακούσει τη χαδιάρικια φωνή του να λέει: «Νε γκιουζέλ, νε ιπέκ, νε τσιτσέκ κετενελβά. Τι ωραίος, τι μετάξι, τι  λουλούδι ο κετέν χαλβάς.» Κάθουνταν, και από τη γλύκα μισοσφαλνούσε τα μάτια της, κι εγώ, παιδάκι τότε, έλεγα γιατί κάθεται έτσι ακίνητη η γιαγιά μου. Πώς ήθελες να καταλάβω τι αισθάνουνταν; Τώρα το καταλαβαίνω, γιατί αισθάνουμαι το ίδιο κι εγώ. Μόνο μια γυναίκα εξήντα χρονών μπορεί να καταλάβει μια γυναίκα εξήντα χρονών, λένε οι Γάλλοι. Κι εγώ φαίνεται πώς πήρα να γερνώ.

[…] Είμαι ευτυχισμένη. Μπαίνω, βγαίνω και τραγουδώ. Άρχισα και εργόχειρο. Ό,τι δεν έκανα σ’ ολόκληρη τη ζωή μου το κάνω τώρα, και αναρωτιέμαι γιατί η δουλειά του σπιτιού να θεωρείται δουλειά κατώτερης ποιότητας. Δεν ξέρω, εγώ τη βρίσκω ενδιαφέρουσα και δημιουργική, ίσως γιατί τη στερήθηκα σ’ όλη μου τη ζωή. Ίσως επειδή μου θυμίζει τη ζωή στην εποχή της γιαγιάς μου, που λάτρευε το σπίτι της. «Τις έστί πλούσιος; έλεγε η γιαγιά μου. Ο εν τω ολίγω αναπαυόμενος».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: