Στου κύκλου τα γυρίσματα

της Μαρίας Ιορδανίδου, βιβλιοπωλείο της Εστίας

[…] Ποτέ γυναίκα δε λάτρεψε το σπίτι της όπως λάτρεψα εγώ το δικό μου εκείνη την εποχή. Θυμούμαι τη γιαγιά μου που έλεγε: «Τη λάτρα του σπιτιού μ’ αρέσει να την κάνω μόνη μου.» Θυμούμαι πώς πέταξα τότες το κοντάρι και έπεφτα ευλαβικά στα γόνατα για να σφουγγαρίσω με τα χέρια μου το πάτωμα και σφουγγαρίζοντας να το χαδεύω. Το χάδευα όπως η μάνα χαδεύει το άρρωστο παιδί που πρόκειται να χάσει.

Έτσι γεμάτη χαρά και πόνο πέρασε όλη εκείνη η εποχή με το διπλό πελέκι πάνω από το κεφάλι μου. Το πελέκι της αεργίας και της πείνας, όσο έβλεπα τα έτοιμα λεφτά να λιώνουν λίγο-λίγο μέσα στα χέρια μου, και το πελέκι της αβεβαιότητας, όσο έβλεπα το φασισμό ν’ απλώνεται στην Ελλάδα. […]

Καλημέρα χαρά! φωνάζω και πετιέμαι απ’ το κρεββάτι μου.

Τους ξυπνώ όλους με τις φωνές μου.

-Τι έπαθε η μαμά;

-Τι έπαθα; Ξυπνήστε όλοι να γιορτάσουμε την πρώτη μέρα της λευτεριάς μου. Είμαι ελεύθερη! Δεν έχω τίποτα. Ούτε λεφτά έχω να μην ξέρω πως να τα επενδύσω να μη μου τα φάει ο πληθωρισμός, ούτε τρόφιμα έχω για να φοβούμαι μη μουχλιάσουνε. Έχω εσάς και θα ξεκινήσω να βρω τρόφιμα να ζήσουμε. Θα ξεκινήσω όπως ξεκίνησε κάποτε ο Αδάμ.

[…] Οι πιο πολλοί όμως με τον καιρό ξεχνιούνται. Partir  c’est mourir un peu. Τους ανταμώνεις  ύστερ’ από χρόνια, καμιά φορά, και λες ποίος να είναι, γνωστό πρόσωπο. Αμάν, να μην κάνω γκάφα. Από ποιό επεισόδιο της ζωής μου να είναι αυτός άραγες; Να είναι από το Ελληνικό, ή από το Μέτς, ή από το Διεθνή Ερυθρό Σταυρό; Είναι από ελασοκρατούμενη περιοχή ή από το Κολωνάκι;

[…] Αυτά και πόσα άλλα πράγματα δεν έχω να θυμούμαι στη γλυκιά εκείνη ώρα όπου η μέρα πάει ν’ ανταμώσει τη νύχτα. Είναι η ώρα που η γιαγιά μου η Λωξάντρα στην Πόλη κάθουνταν στην κόχη της και περίμενε να περάσει ο Πέρσος χαλβατζής, όχι για να αγοράσει χαλβά, αλλά για ν’ ακούσει τη χαδιάρικια φωνή του να λέει: «Νε γκιουζέλ, νε ιπέκ, νε τσιτσέκ κετενελβά. Τι ωραίος, τι μετάξι, τι  λουλούδι ο κετέν χαλβάς.» Κάθουνταν, και από τη γλύκα μισοσφαλνούσε τα μάτια της, κι εγώ, παιδάκι τότε, έλεγα γιατί κάθεται έτσι ακίνητη η γιαγιά μου. Πώς ήθελες να καταλάβω τι αισθάνουνταν; Τώρα το καταλαβαίνω, γιατί αισθάνουμαι το ίδιο κι εγώ. Μόνο μια γυναίκα εξήντα χρονών μπορεί να καταλάβει μια γυναίκα εξήντα χρονών, λένε οι Γάλλοι. Κι εγώ φαίνεται πώς πήρα να γερνώ.

[…] Είμαι ευτυχισμένη. Μπαίνω, βγαίνω και τραγουδώ. Άρχισα και εργόχειρο. Ό,τι δεν έκανα σ’ ολόκληρη τη ζωή μου το κάνω τώρα, και αναρωτιέμαι γιατί η δουλειά του σπιτιού να θεωρείται δουλειά κατώτερης ποιότητας. Δεν ξέρω, εγώ τη βρίσκω ενδιαφέρουσα και δημιουργική, ίσως γιατί τη στερήθηκα σ’ όλη μου τη ζωή. Ίσως επειδή μου θυμίζει τη ζωή στην εποχή της γιαγιάς μου, που λάτρευε το σπίτι της. «Τις έστί πλούσιος; έλεγε η γιαγιά μου. Ο εν τω ολίγω αναπαυόμενος».

Ο μεταμφιεσμένος βασιλιάς

Ο Σόρεν Κίργκεγκωρ, ο Δανός φιλόσοφος, μας έχει δώσει μια ωραία παραβολή για τον τρόπο με τον οποίον ο Χριστός επέλεξε να έρθει κοντά μας.

img_5729

«Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε ένας πρίγκιπας, που ήταν μόνος και ήθελε πολύ να παντρευτεί μια όμορφη κοπέλα, που θα γινόταν η αυριανή βασίλισσα. Κοντά στο παλάτι του υπήρχε μια μεγάλη πόλη κι ο πρίγκιπας συχνά ανέβαινε στην άμαξά του και επισκεπτόταν την πόλη για τις διάφορες δουλειές του πατέρα του.

Μια μέρα, για να βρει κάποιον έμπορο, κατέβηκε στην αγορά, σ’ ένα φτωχικό μέρος της πόλης. Πώς έτυχε να ρίξει το βλέμμα του έξω απ’ το παράθυρο και  να αντικρίσει τα μάτια μιας πανέμορφης κόρης!

Είχε και πάλι την ευκαιρία, μετά από λίγες μέρες, να ξανακατέβει στο ίδιο μέρος – ίσως και να τον τραβούσαν τα μάτια της κοπελιάς. Ήταν καλότυχος και τη συνάντησε μια δυό φορές… Σύντομα κατάλαβε πως την είχε ερωτευθεί. Αλλά υπήρχε μια δυσκολία. Πώς να προχωρήσει και να τη ζητήσει σε γάμο;

Ασφαλώς, θα μπορούσε να διατάξει να τη φέρουν στο παλάτι και εκεί να της προτείνει να τον παντρευτεί. Αλλά, ακόμη κι ένας πρίγκιπας θέλει να νιώθει ότι η κοπέλα που παντρεύεται θέλει να τον παντρευτεί. Μήπως να έκανε κάτι πιο χαριτωμένο… Να έρθει στην πόρτα της με την πιο λαμπερή του στολή, και, με μια υπόκλιση, να ζητήσει το χέρι της… Μα ακόμη κι ένας πρίγκιπας θέλει να παντρευτεί από αγάπη.

Και πάλι: θα μπορούσε να μασκαρευτεί σαν χωρικός και να προσπαθήσει να της ελκύσει το ενδιαφέρον. Μόλις της κάνει την πρόταση, θα βγάλει «τη μάσκα». Μα αν δεν τα καταφέρει;

Τότε του ήρθε στο νού η σωστή λύση. Θα εγκαταλείψει το βασιλικό του ρόλο και θα μετακομίσει στη γειτονιά της. Κι εκεί θα πιάσει δουλειά-ας πούμε θα κάνει τον ξυλουργό. Όσο θα δουλεύει το πρωί, και στην ώρα της ανάπαυσης του το απόγευμα, θα γνωρίσει τους ανθρώπους, θα αρχίσει να μοιράζεται μαζί τους τις έγνοιες και τα βάσανά τους, θα μάθει να μιλά τη γλώσσα τους. Και στην κατάλληλη στιγμή, αν έχει και την τύχη με το μέρος του, θα τη γνωρίσει με φυσικό τρόπο. Κι αν αυτή τον αγαπήσει, όπως αυτός ήδη την αγαπούσε, τότε θα της ζητούσε το χέρι.»

img_5726

Ας σταθούμε για λίγο εδώ. Ας δώσουμε το λόγο στην αγάπη, ας την ακολουθήσουμε καθώς προσφέρεται απεγνωσμένα, καθώς καταργεί, καθώς περιφρονεί τις αποστάσεις ποθώντας τη μεγάλη, την αμίμητη συνάντηση με τον αγαπώμενο. Ας μας εξηγήσει αυτή, μέσα στο θυελλώδες των κυματισμών της, την ενανθρώπιση του Θεού. Κι ας είναι αυτή που θα μας βοηθήσει να οικειωθούμε τη ζεστασιά της καθόδου Του, το μειλίχιο κάλεσμα Του.

Ημεροδρόμιο Χριστουγέννων, εκδόσεις Ακρίτας.

Ο καημός

οι μικροί έχουν καημό να μεγαλώσουν,

οι μεγάλοι να ξαναγίνουν νέοι,

οι ξενιτεμένοι να επιστρέψουν στην πατρίδα,

οι αταξίδευτοι να ταξιδέψουν,

οι ανύπαντροι να παντρευτούν,

οι παντρεμένοι που παντρεύτηκαν,

οι άτεκνοι να είχαν ένα παιδάκι,

οι πολύτεκνοι πώς να τα θρέψουν,

οι άνεργοι να βρουν δουλειά,

οι εργαζόμενοι να βρουν χρόνο,

οι μαθητές να τελειώσει το σχολείο,

οι γέροι να ξαναπήγαιναν σχολείο…….

 

ένα παραμύθι

(ο παραμυθιακό τύπος ΑΤ 710 από την συλλογή του Γεωργίου Μέγα, Άννα Αγγελοπούλου, Αίγλη Μπρούσκου, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών ΕΙΕ, 1994)

... για τον καημό

 

Μιά φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλέας και μια βασίλισσα. Είχαν ένα κορίτσι κι ένα παλικάρι. Είχαν και μια υπηρέτρια, κι έλεγε συνέχεια: «Ωχ! καημός!» και το κορίτσι ρωτούσε «Τι είναι ο καημός;». «Μην ρωτάς για τον καημό, να τον μάθεις. Α! παπά! παιδάκι μου!», λέει η υπηρέτρια.
Κατά σύμπτωση εκείνη την ώρα που τα λέγαν, περνάει ένας απ’ έξω και φώναζει: «Πουλώ καημό! Πουλώ καημό!». «Θα πάω όξω να πάρω», λέει η βασιλοπούλα. Πάει όξω σ’ αυτόν: «Πού είναι ο καημός, που πουλάς;». Αυτός τον είχε μέσα σ’ ένα κουτάκι, μικρό σαν σπιρτόκουτο. Τον πήρε η βασιλοπούλα. Μες στο κουτάκι ήταν ένα σκουλήκι. Το θρέφει, το θρέφει η βασιλοπούλα το σκουλήκι, μεγάλωσε, γίνηκε θηρίο. Έφαγε τη μάνα της, έφαγε τον πατέρα της, έφαγε τον αδερφό της, τρώει όλο το χωριό. Ρήμαξε το χωριό. Αυτήν όμως δεν την έτρωγε.

Σα ρήμαξε το χωριό, παίρνει κι αυτήν τα μάτια της και σηκώθηκε κι έφυγε. Πήγε σ’ ένα μέρος και ανέβηκε πάνω σ’ ένα δέντρο. Εκεί απο κάτω απ’ το δέντρο ήταν μια βρύση. Πήγε ένας βασιλέας σ’ αυτήν τη βρύση, να ποτίσει το άλογό του. Πάει να πιεί το άλογο και σκιάζεται. Κοιτάζει απάνω ο βασιλέας και βλέπει μια κοπέλα όμορφη. Της λέει: «Άνθρωπος είσαι ή φάντασμα;» «Άνθρωπος του Θεού, όπως είσαι και συ», λέει. «Κατέβα κάτω», λέει, «και θα σε πάρω γυναίκα». Κατέβηκε κείνη, την πήρε και την πήγε σπίτι του.

«Τι είναι αυτήν πού έφερες; Μην είναι καμιά άγρια», του λέει η μάνα του. » Όχι», λέει, » είναι καλή και θα την στεφανωθώ». Την στεφανώθηκε, την πήρε γυναίκα του. Εκείνη έμεινε έγκυος. Εκείνου του ήρθε μήνυμα να πάει στον πόλεμο. Λέει της μάνας του: «Μάνα,τη γυναίκα μου και τα μάτια σου. Όταν γεννήσει να την περιποιηθείς». «Καλά, παιδάκι μου». Έφυγε αυτός. Ήρθε καιρός να γεννήσει, γέννησε κι έκανε ένα παλικάρι. Στις τρεις μέρες πάει τη νύχτα το θηριό και της λέει: «Πείνασα». «Να, φάε με». Αρπάζει το παιδί της και το τρώει. Σε λίγο της λέει η πεθερά της: «Τι κάνει το παιδί; Δεν το ακούω να κλαίει». «Πείνασα», λέει αυτή, «και το ‘φαγα». «Α! παπά! παιδάκι μου! Το παιδί σου έφαγες;» «Ε, να!» λέει, «το ‘φαγα».

Μετά από καιρό ήρθε ο άντρας της. «Τι χαμπάρια, μάνα; Τι κάνει η γυναίκα μου; Γέννησε;» «Γέννησε», λέει, «και πέθανε το παιδί». «Ε! καλά», λέει. «Αυτήν να ‘vαι καλά». Σε λίγο καιρό έμεινε πάλι έγκυος. Εκείνου του ήρθε πάλι μήνυμα να πάει στον πόλεμο.
Πριν φύγει πάλι, λέει της μάνας του: «Μάνα, τη γυναίκα μου και τα μάτια σου. Το παιδί, λέει, να κοιτάξετε τώρα να το σώσετε». Γέννησε πάλι αυτή, κάνει παλικάρι, στις τρεις μέρες ήρθε πάλι το θεριό. «Ου, ου, ου, ου!» τ’ ακούει, γι’ αυτήν ερχόταν. «Ωχ! καημός!» λέει. «Ήρθες πάλι;» «Πείνασα», λέει, «θέλω να φάω». «Να, φάε με». Αρπάζει πάλι το παιδί, το τρώει. Ύστερα της λέει πάλι η πεθερά της· «Δεν τ’ακούω το παιδί να κλαίει. Μην κι έκανες τίποτα πάλι;» «Να, πείνασα και το ‘φαγα πάλι». «Μα γιατί δεν μου ‘λεγες να φέρουμε ψωμιά, φαγιά να φας;», «Ε! να, το ‘χω αυτό το κακό». «Τώρα τι θα του πούμε του άντρα σου;». Γύρισε ο άντρας της πάλι. Ρωτάει τη μάνα του: «Τι χαμπάρια, μάνα; Τι κάνει η γυναίκα μου;». «Γέννησε πάλι παλικάρι, παιδάκι μου, και πέθανε». «Πέθανε πάλι;» λέει. «Ε! τι να κάνουμε, παιδάκι μου; Έτσι ήταν τυχερό μας».

Έμεινε πάλι έγκυος. Του ήρθε μήνυμα του βασιλιά να πάει στον πόλεμο. Είπε πάλι: «Τα μάτια σας τέσσερα τώρα. Να κοιτάξετε καλά για το παιδί». Γεννάει πάλι, κάνει κορίτσι. Της βάζει φαγιά η γριά, μην τύχει και το φάει κι αυτό. Τη νύχτα πάλι, ακούει αυτή του θηρίο που πάει. «Ωχ! καημός! Ήρθες πάλι;» «Πείνασα», λέει: «Φάε με». Αρπάζει πάλι το παιδί και το τρώει. Ύστερα λέει η πεθερά της: «Παιδάκι μου, δεν τ’ ακούω να κλαίει το παιδί. Μην έκαμες πάλι τίποτα;» «Πείνασα, και το ‘φαγα». «Εμ! τώρα θα το μαρτυρήσω, άμα έρθει ο άντρας σου. Κρύψαμε το πρώτο, κρύψαμε το δεύτερο. Σ’ αυτό θα σε μαρτυρήσω». «Ό,τι θέλεις κάμε» της λέει αυτή.
Ήρθε ο άντρα της πάλι. «Τι χαμπάρια, μάνα;» «Τι να σου πω, παιδάκι μου; Τώρα θα σ’ τα μαρτυρήσω. Τα παιδιά δεν πεθάναν, μοναχά τα τρώει αυτή. Εκεί που την βρήκες, θα ήταν άγρια». Τότε λέει αυτός: «Δεν πάει άλλο. Θα την διώξουμε». Πάει και της λέει: «Αφού έφαγες τα παιδιά σου, να σηκωθείς να φύγεις, να πας απο ‘κεί που ήρθες. Δε σε θέλω για γυναίκα».

Σηκώθηκε αυτή η κακομοίρα και πήρε τα μάτια της κι έφυγε. Πήγε στο βουνό. Σα βγήκε στο βουνό, παρουσιάζεται το θεριό. «Ωχ! καημός!» λέει. «Ήρθες πάλι; Να, φάε με, να γλιτώσω τα βάσανα». «Δε σε τρώω!», λέει. «Μοναχά τώρα θα βγάλω τα παιδιά σου, γιατί τόσα και τόσα που σου έκανα, δεν με μαρτύρησες!». Γκλου! κάνει, και τα ξερνάει και τα τρία τα παιδιά της. Υστερα λέει: «Εμένα θα σκιστεί η γη σαράντα οργιές και θα με καταπιεί και δε θα ξαναβγώ άλλη φορά. Και συ, να πάρεις τα παιδιά σου και να πας στον άντρα σου να ζήσετε καλά».
Παίρνει αυτή τα παιδιά της και πάει στον άντρα της και κάθεται και του λέει ολα την ιστορία της απο την αρχή ίσαμε το τέλους. Γιατί όταν την βρήκε στο δέντρου, δεν του είχει πει τίποτα, ποια ήταν και πώς βρέθηκε εκει. Και ζήσανε καλά και ζούν ίσαμε τα σήμερα. Ούτε εγω ήμουν ‘κει δά, ούτε συ να το πιστέψεις.

και ένα σχετικό τραγούδι

 

επιμένω σε έναν άλλο κόσμο…

«Θα φύγω από τούτο τον ερειπωμένο τόπο… Να ξεχάσω, να μη βλέπω…»

«Στη θέση όπου μας έβαλε η μοίρα, εκεί πρέπει να μένουμε… Εσένα η μοίρα σε έβαλε βασιλιά, η θέση σου είναι με τον λαό σου…»

«… κι ένα στεφάνι για τον αφανέρωτο ήρωα… και για όσους δίνουν τη ζωή τους για την πατρίδα σιωπηλά, χωρίς να το μάθει κανείς ποτέ».

από το Παραμύθι χωρίς όνομα της Πηνελόπης Δέλτα…

 

IMG_8850

 

….μετά τις πρώτες δύο παραστάσεις η Ε. μας έστειλε αυτό:

index

 

…και μια ζωγραφιά του Χρήστου Μποκόρου.

μποκ

 

κι ένα αγαπημένο τραγουδάκι της Ελένης Καραΐνδρου…

Καληνύχτα!…

Οδοιπόροι…

ακούστε το εδώ!

Παλιά, για κάθε ταξιδιώτη υπήρχε σκιερό δεντρί
όπου μπορούσε όποιος κι αν ήταν να ξεκουράσει το κορμί.
Άκουγε ο άνθρωπος στα φύλλα του ανέμου τη βαθιά πνοή
κι όταν σηκώνονταν να φύγει η κούρασή του είχε χαθεί.

IMG_0607

Κι αν ήταν πλούσιος ή και πένης, είτε γυναίκα είτε παιδί
το ίδιο πρόθυμα δεχόταν να τους φυλάξει απ’ τη βροχή.
Πλάτανοι, καρυδιές, σφενδάμια, φλαμούρια και βελανιδιές
‘παίρναν του κόσμου την παράνοια και ημερεύαν τις ψυχές.

IMG_0608

ένα σοφό παραμύθι

Προς γνώση και συμμόρφωση.

Ο Σακκορράφος

Μια φορά ήταν ένας σακκορράφος και ύφαινε τα τσουβάλια του και τραγουδούσε κ’ έλεγε:

-Μονάχος μου το τάπωσα.

Μέρα νύχτα αυτό το τραγούδι έλεγε.

Μια μέρα πέρασε ο βασιλιάς και τον ακούει και τραγουδεί και λέει:

-Μονάχος μου το τάπωσα.

Και πάλι αυτό και πάλι αυτό. Πέρασε τη νύχτα πάλι κ’ έκανε νυχτέρι κ’ έλεγε πάλι αυτό το τραγούδι:

-Μονάχος μου το τάπωσα.

Μπήκε ο βασιλιάς μέσα στ’ αργαστήρι του. Άμα τον είδε ο σακκορράφος, άφησε τη δουλειά του και σηκώθηκε κ’ έβγαλε το φέσι του και σταύρωσε τα χέρια του. Και του λέει ο βασιλιάς:

-Θα σε ρωτήσω ένα πράμα, μάστορη, αλλά την αλήθεια να μου πης.

-Σαν το ξέρω, αφέντη βασιλιά, την αλήθεια θα  σου πω, αποκρίθηκε ο σακκορράφος.

-Μέρα νύχτα περνώ απ’ τ’ αργαστήρι σου κι ακούω και τραγουδείς όλο ένα τραγούδι: μονάχος μου το τάπωσα. Πες μου την αιτία, γιατί τ’ αγάπησες αυτό το τραγούδι και όλο αυτό λες και δε λες κι άλλο;

-Αχ! αφέντη βασιλιά, τι να σου πω! Τη φτώχεια μου τραγουδώ. Είμαι πολύ φτωχός και παρακάλεσα εξ όλης καρδιάς το Θεό να μου δείξη ποια είναι η μοίρα μου και δε μπορώ να πάω μπροστά και είμαι τόσο φτωχός. Λοιπόν κείνη τη βραδειά που παρακάλεσα τον Θεό αποκοιμήθηκα και είδα στο όνειρό μου και βρέθηκα σε ένα μέρος και είχε χιλιάδες βρύσες και τρέχανε άλλη σαν ποταμός, άλλη σαν βρύση, άλλη δεν το παιρνε το νερό το σωληνάρι, και άλλη λίγο και άλλη πολύ και άλλη είχε ένα σωληνάρι, άλλη δύο, άλλη τρία και άλλη πλειότερα και άλλες στάζανε μονάχα: στικ, στικ, στικ. Και ρώτησα εγώ έναν άνθρωπο: τι βρύσες είναι αυτές; Και μου είπε πώς είναι οι μοίρες του κάθε ανθρώπου. «Σαν είναι έτσι, του είπα εγώ, η δική μου βρύση ποιά είναι;» Και μου την έδειξε, και την είδα κ’ έσταζε μονάχα και θάρρεσα πώς ήταν ταπωμένο το σωληνάρι και έχωσα ένα ξυλαράκι, για να το ξεταπώσω, κ’ εγώ το τάπωσα πλείοτερο και μηδέ καν έσταζε πιά. «Α! είπα, μονάχος μου το τάπωσα!» Και με κείνη τη λαχτάρα ξύπνησα και αυτά τα λόγια τα κανα τραγούδι και τα τραγουδώ νύχτα και μέρα και κλαίγω τη στραβή μου τη μοίρα.

Ο βασιλιάς έφυγε και δεν του είπε τίποτα. Και το άλλο βράδυ του στέλνει μια πίττα μεσ’ στον ταβά με έναν άνθρωπο και του λέγει:

-Σε χαιρετά ο βασιλιάς και σου στέλνει αυτή την κρεατόπιττα.

Την έδωκε κ’ έφυγε ο άνθρωπος.

Παίρνει την πίττα στα χέρια του ο σακκορράφος και συλλογιέται και λέει με το νου του:

-Αυτήν την πίττα να την φάμε απόψε, τι θα νοιώσουμε; Πέντε ψυχές είμαστε, δε θα χορτάσουμε. Ας την πάω του μάγειρα να μου δώση δυό-τρία ψωμιά μπαγιάτικα και περισσεμένα φαγιά να φτάσουνε καναδυό μέρες, απ’ αυτή την πίττα τι θα νοιώσω;

Όπως το είπε, το κανε. Παίρνει την πίττα, την πάει του μάγειρα και του λέει:

-Να, να σου δώσω αυτή την πίττα να μου δώσης καναδυό ψωμιά και κομμάτι φαγί να φάω με τα παιδιά μου.

Πήρε την πίττα ο μάγειρας και του έδωσε δυό-τρία ψωμιά μπαγιάτικα και περισσεμένα φαγιά και πάει στο σπίτι του, κ’ έτρωγε με τα παιδιά του δυό-τρεις μέρες.

Ο μάγειρας, προτού να την πάη στο σπίτι του, έκοψε ένα κομμάτι, για να την γευτή, και ήταν ο γόμος της όλο φλουρί! Τα είδε ο μάγειρας και θάμαξε, τι πίττα είναι αυτή! Τα έβγαλε τα φλωριά και τα έβαλε μεσ’ στο μαντήλι του, και πήγε με χαρά στο σπίτι του.

Τη δεύτερη την ημέρα πέρασε πάλι ο βασιλιάς και τον άκουσε το σακκορράφο κ’ έλεγε το ίδιο πάλι τραγούδι: «Μονάχος μου το τάπωσα». Το βράδυ του στέλνει πάλι μια παραγεμιστή χήνα με φλουριά.

Την παίρνει πάλι ο σακκορράφος και την πάει του μάγειρα. Ο μάγειρας έκαμε τόσα κομπλιμέντα, άμα τον είδε. Και του λέει ο σακκορράφος:

-Να κι’ αυτή τη χήνα, να τη φάμε απόψε τι θα νοιώσουμε; αύριο δε θα χουμε ψωμί! Να, παρ’ την και δωσ’ μου κάμποσα ψωμιά μπαγιάτικα και κάμποσο φαγί να πάω στα παιδιά μου να φάνε.

Ο μάγειρας πιάνει όσα μπαγιάτικα ψωμιά είχε και ξεροκόμματα και τα μαζεύει και γέμισε ένα τσουβάλι, του γεμίζει κ΄ ένα ταβά μπαγιάτικα φαγιά και τα φορτώνει σ’ ένα δούλο του και τα πάει στου σακκορράφου το σπίτι.

Μόλις έφυγε ο σακκορράφος, σκίζει ο μάγειρας τη χήνα κ’ ήτανε γιομάτη φλουρί και δεν ήξερε που να βάλη τη χαρά του.

Αφού ξημέρωσε η μέρα, πέρασε πάλι ο βασιλιάς απ’ τ’ αργαστήρι του σακκορράφου και τραγουδούσε πάλι το ίδιο τραγούδι. Και απόρεσε ο βασιλιάς, γιατί να τραγουδή το ίδιο τραγούδι, και μπήκε μέσα και του λέει:

-Τι έκανες, μάστορη;

-Τι να κάνω, αφέντη βασιλιά, δουλεύω την τέχνη μου για να βγάλω το ψωμί μου, αποκρίθηκεν ο σακκορράφος.

-Η πίττα και η χήνα πώς σου φανήκανε; Ήτανε καλές; ρώτησε ο βασιλιάς πάλι, και κείνος του είπε:

-Αχ! βασιλέα μου, τι θα μας κάνουν εμάς πέντε νομάτοι η πίττα και η χήνα για ένα τραπέζι και για δυό! Σήμερα θα φάω χήνα, αύριο δε θαχω ούτε ψωμί. Και τις πήγα του μάγειρα και μου έδωσε φαγιά και ψωμιά και ζήσαμε τόσες μέρες.

Άμα τάκουσεν ο βασιλιάς αυτά τα λόγια, είπε με το νου του:

-Κι άληθεια μονάχος σου το τάπωσες το τυχερό σου!

Έφυγε ο βασιλιάς και πήγε στο παλάτι.

Στο δρόμο που πήγαινε ο σακκορράφος στο σπίτι του περνούσε ένα γεφύρι. Γεμίζει λοιπόν ο βασιλιάς ένα σακκούλι φλουριά, και τα δίνει σε δυό ανθρώπους και τους λέει:

-Να πάτε να φυλάξετε από μακριά το σακκορράφο. Την ώρα που θα κλειδώση τ’ αργαστήρι του, να πάη στο σπίτι του, να πάτε σεις μπροστά να βάλετε αυτό το σακκούλι με τα φλουριά στη μέση του γεφυριού και να κρυφτήτε από κάτω από τις καμάρες του, για να τα βρη ο σακκορράφος να τα πάρη.

Τα παίρνουνε οι βασιλικοί οι άνθρωποι τα φλωριά, άμα σκοτείνιασε, και πήγαν και παραφύλαξαν το σακκορράφο. Και όταν κατέβασε τις κλαβανές τ’ αργαστηριού του και τις μαντάλωσε και βγήκε για να κλειδώση και την πόρτα να φύγη, πήγαν οι βασιλικοί οι άνθρωποι  μπροστά και βάλανε το σακκούλι με τα φλωριά στο δρόμο του γεφυριού, και αυτοί κρυφτήκανε από κάτω από τις καμάρες. Ο σακκορράφος, όταν κοντόφτασε στο γεφύρι, είπε δυνατά:

-Τόσα χρόνια περνώ το γεφύρι με ανοιχτά μάτια, ας το περάσω και μια φορά με σφαλιστά, να ιδούμε αν θα μπορέσω να περάσω, ή θα πέσω κάτω απ’ το γεφύρι να σκοτωθώ, να γλυτώσω τουλάχιστον από τέτοια ζωή ξεσκισμένη.

Τ’ ακούσανε αυτά οι βασιλικοί οι άνθρωποι. Σφαλεί λοιπόν τα μάτια του ο σακκορράφος και πέρασε το γεφύρι και δεν είδε το σακκούλι με τα φλωριά.

Αφού ξεμάκρυνε ο σακκορράφος, βγήκαν οι βασιλικοί οι άνθρωποι, πήραν τα φλωριά και πάνε στο βασιλιά. Κι’ άμα είδε το σακκούλι ο βασιλιάς του ρώτησε:

-Γιατί το πήρατε το σακκούλι πίσω με τα φλωριά;

-Να ταφήσουμε πάνω στο γεφύρι να φύγουμε; Ο σακκορράφος, άμα κοντόφτασε να το ιδή το σακκούλι, είπε: «Τόσα χρόνια, λέει, περνώ το γεφύρι με ανοιχτά μάτια, ας το περάσω και μια φορά με σφαλισμένα», και σφάλησε τα μάτια του και πέρασε, και δεν το είδε το σακκούλι. Κόντεψε κι’ όλα να το πεδικλωθεί.

-Ε, που να τον πάρη ο κόρακας, να τον πάρη, τον ξεμωραμένο τον άνθρωπο. Κι αλήθεια αυτός ο άνθρωπος μονάχος του ταπώνει τη βρύση της μοίρας του.

Και σαν ξημέρωσε, τον φώναξε και του λέει:

-Βρε άνθρωπε του Θεού. συ δεν έχεις καθόλου γνώση! Την πίττα και την χήνα πολύ γνωστικά φέρθηκες και την πούλησες, γιατί δεν ήξερες τι είχανε μέσα. Τις είχα παραγεμίσει με φλουριά, για να σε αρχοντύνω. Εμ γιατί, βρε ξεμωραμένε, να σφαλήσης τα μάτια σου ψες, να περάσης με σφαλιστά μάτια το γεφύρι και δεν είδες το σακκούλι με τα φλουριά, που έστειλα και τα βάλανε εκεί, για να τα βρης να γίνης άρχοντας;

-Δε φταίω εγώ, αφέντη βασιλιά, η μοίρα μου με σκούντησε να το κάνω έτσι.

Ύστερα ο βασιλιάς έστειλε έναν άνθρωπο του και έφερε τον μάγειρα και του λέει:

-Γιατί, ψεύτη και κατεργάρη, αδίκησες αυτόν τον άνθρωπο; Αφού είδες πώς η πίττα ήτανε γεμάτη φλουρί και η χήνα, γιατί να μη του δώσης τα μισά τουλάχιστον τα φλουριά, μόνο τον φόρτωσες ξεροκόμματα και βρώμικα φαγιά; Γλήγορα να πας να τα φέρης τα φλωριά σωστά, γιατί εγώ του τα έστειλα.

Πήγε αυτός, τα έφερε, και ο βασιλιάς τα έδωσε του σακκορράφου και του λέει:

-Τη βρύση σου μονάχος σου την τάπωσες και θέλησα εγώ κρυφά να σου την ξεταπώσω και δεν μπόρεσα από την ανοησία την δική σου. Παρ’ τα τώρα αυτά τα φλωριά, να πας να ζήσης άνετα και να τ’ αφήσης πια εκείνο το τραγούδι.

Τα πήρε τα φλωριά ο καημένος ο σακκοράφος και γίνηκε πραγματευτής.

Από τη συλλογή παραμυθιών του Γ. Μέγα, εκδόσεις Εστία, σελ. 199-204.

Η νοσταλγός

Το φως της σελήνης, οι ήχοι της φύσης μοιάζουν με τότε…

Τότε, που η Λαλιώ ήταν νέα, παντρεμένη με συνομήλικο του πατέρα της…

Τότε, που φλεγόταν από νοσταλγία για το πατρικό της σπίτι…

Μια φεγγαρόλουστη νύχτα σαν σε παιχνίδι,

παίρνει μια βάρκα μαζί με τον νεαρό Μαθιό.

Η αθώα βαρκάδα εξελίσσεται σε αγωνιώδες ταξίδι φυγής,

καθώς ο σύζυγος τους καταδιώκει.

Η Νοσταλγός αποφασισμένη να φτάσει στην απέναντι όχθη δεν σταματά.

Η φλόγα να επιστρέψει στη γλυκιά της πατρίδα είναι ακατανίκητη…
 

IMG_1777
«Η Νοσταλγός» του Παπαδιαμάντη μιλάει για ένα θέμα πάντα επίκαιρο, καθώς ζητούμενο της εποχής παραμένει η ελευθερία και η αυθεντικότητα.

Η Λαλιώ συμβολίζει την κάθε ψυχή που ασφυκτιά μέσα στην αδιέξοδη πραγματικότητα και νοσταλγεί την επιστροφή στην αθωότητα και την ακεραιότητα.

Την ψυχή, που δεν παραμένει εγκλωβισμένη στη νοσταλγία, αλλά κάνει την ηρωική έξοδο, αποφασισμένη να αλλάξει τη μοίρα της. Γνωρίζοντας τι θέλει, τολμά με ωριμότητα και σεβασμό στον εαυτό  της.

Έχει τόση θέρμη και αφοσίωση στην αλήθεια της, ώστε προσελκύει στον κατάλληλο χρόνο και τη βάρκα και το πανί και τον ευνοϊκό άνεμο, που την οδηγούν πίσω στην δική της «Ιθάκη»…

Από το φυλλαδιάκι της παράστασης «η Νοσταλγός».
Το διήγημα του Παπαδιαμάντη εδώ. Το διήγημα σε ταινία (που έχει ενώσει κι άλλα διηγήματα του Παπαδιαμάντη) εδώ.

και ένα σχετικό τραγούδι.. πρόσφατο…

Απ’ την άλλη, «όλους τους ξέμπαρκους τους τρώει το σαράκι..

«Μια αληθινή ιστορία που δεν συνέβη ποτέ».

Αυτό είναι το παραμύθι!

Το είχα διαβάσει πριν λίγο καιρό, δεν μπορώ να βρω όμως που. Τότε είχα συνειδητοποιήσει τη διαφορά μεταξύ αλήθειας και πραγματικότητας.

Διαβάστε εδώ και εδώ δύο πολύ ωραία άρθρα για το λαϊκό παραμύθι. Μιλούν για την αξία των παραμυθιών και την έρευνα που γίνεται σχετικά.

IMG_6985

και λόγω επιστροφής στην πόλη…

Για όποιον ζει σε γκρίζα πόλη αναγκαία αυτή η ματιά μέχρι να βρεθεί στον αγαπημένο τόπο.-

Μάγια!

Πριν κανένα μήνα ανακάλυψα την νέα έκδοση της Μάγιας, της μέλισσας!

το έβλεπαν οι μικρές γειτονισσούλες…

Χωρίς τίτλο

μου φάνηκε πολύ ωραία! Σε βάζει μέσα στον κόσμο που βρίσκεται μέσα στο 40-50 εκατοστά από το έδαφος! Σε ένα δάσος από λουλούδια!

Χωρίς τίτλο 7

Τα λουλούδια είναι πολύ ρεαλιστικά!

Αναγνωρίζεις παπαρούνες, ραδίκια, μη-με-λεισμόνει.. και άλλα που δεν ξέρω το όνομά τους..

δ

Τα μικρά μελισσάκια μόλις γεννήθηκαν! Ο Βίλυ, ο καλύτερος φίλος της Μάγιας, κρατάει ένα φύλλο με μέλι.

β

Οι φίλοι της Μάγιας: ο Βίλυ, τα μυρμύγκια, ο Φλιπ (ακρίδα), ο Μαξ (σκουλήκι) και το έντομο της κοπριάς που σέρνει παντού μια τεράστια μπάλα από κοπριά.

Χωρίς τίτλο 2

Η δασκάλα της Μάγιας είναι η κ. Κασσάνδρα (αριστερά) και τέρμα δεξιά η πασχαλίτσα. (Δείτε πόσο ρεαλιστικό είναι το ραδίκι πίσω της!)

Χωρίς τίτλο 4

ηλιοβασίλεμα στο λιβάδι..

Χωρίς τίτλο 12

Η Μάγια δεν ζει στην κυψέλη, αλλά στο λιβάδι που της αρέσει πιο πολύ. Το βράδυ κοιμάται μέσα σε ένα λουλούδι!

Χωρίς τίτλο 10

Η Μάγια και ένα σαλιγκάρι… Η Μάγια συνηθίζει να φευγεί μόνη της και να εξερευνεί.

ψ

Συχνά στις εξερευνήσεις της την ακολουθεί και ο Βίλυ, όχι πολύ πρόθυμα. Ο Βίλυ είναι υπναράς και φαγανός. Δεν του αρέσει να δουλεύει και φοβάται το άγνωστο. Είναι εντελώς αντίθετος από την Μάγια, αλλά είναι ο καλύτερός της φίλος! Εδώ κοιτούν μια πεταλούδα που μόλις βγήκε από το κουκούλι της!

Χωρίς τίτλο 13

Χωρίς τίτλο 14

Αποχωρισμοί…

[….]  Έτσι ο μικρός πρίγκιπας ημέρωσε την αλεπού.

Κι όταν κόντευε πια η ώρα που θα χωρίζανε:

– Αχ!, είπε η αλεπού. Κλάμα που θα κάνω…
– Εσύ φταις, είπε ο μικρός πρίγκιπας, εγώ δεν ήθελα το κακό σου, μα εσύ θέλησες να σε ημερώσω…
– Ναι, σωστά, είπε η αλεπού.
– Μα τώρα θα κλάψεις!, είπε ο μικρός πρίγκιπας.
– Ναι, σωστά, είπε η αλεπού.
– Και τότε τι κέρδισες;
– Κέρδισα, είπε η αλεπού, γιατί μου μένει το χρώμα του σταριού.

Ύστερα πρόσθεσε:

– Άμε να ξαναδείς τα τριαντάφυλλα. Θα καταλάβεις πως το δικό σου είναι το μοναδικό στον κόσμο. Να περάσεις πάλι αποδώ, για να μ’ αποχαιρετήσεις, κι εγώ θα σου χαρίσω ένα μυστικό.
Ο μικρός πρίγκιπας πήγε και ξαναείδε τα τριαντάφυλλα:
– Δε μοιάζετε καθόλου με το δικό μου τριαντάφυλλο, εσείς δεν είσαστε ακόμα τίποτα, τους είπε. Κανένας δε σας ημέρωσε κι εσείς δεν ημερώσατε κανένα. Είσαστε όπως ήταν η αλεπού μου. Ήταν μια αλεπού όμοια μ’ εκατό χιλιάδες άλλες. Γίναμε όμως φίλοι, και τώρα είναι μοναδική στον κόσμο.
Και τα τριαντάφυλλα δεν είχαν μούτρα να σταθούν.

Little Prince

– Είσαστε όμορφα, μα είσαστε άδεια, τους είπε ακόμη. Δεν μπορεί κανείς να πεθάνει για το χατίρι σας. Βέβαια, ένας κοινός διαβάτης, το δικό μου τριαντάφυλλο θα το νόμιζε πως σας μοιάζει. Αλλά εκείνο μόνο του έχει πιο πολλή σημασία απ’ όλα εσάς μαζί, αφού είναι αυτό που πότισα. Αφού είναι αυτό που έβαλα κάτω από τη γυάλα. Αφού είναι αυτό που προστάτεψα με το παραβάν. Αφού είναι αυτό που του σκότωσα τις κάμπιες (εκτός από τις δυο ή τρεις, για να γίνουν πεταλούδες). Αφού είναι αυτό που τ’ άκουσα να παραπονιέται ή να κομπάζει ή καμιά φορά και να σωπαίνει. Αφού είναι αυτό το δικό μου τριαντάφυλλο.
Και ξαναγύρισε στην αλεπού:
– Αντίο, της είπε.
– Αντίο, είπε η αλεπού. Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια.
– Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια, ξαναείπε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται.
– Ο καιρός που έχασες για το τριαντάφυλλό σου είναι που το κάνει να έχει τόση σημασία.
– Ο καιρός που έχασα για το τριαντάφυλλό μου…, έκανε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται.
– Οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει τούτη την αλήθεια, είπε η αλεπού. Εσύ όμως δεν πρέπει να την ξεχάσεις. Απ’ εδώ κι εμπρός θα είσαι για πάντα υπεύθυνος για εκείνο που έχεις ημερώσει. Είσαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό σου…
– Είμαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό μου…, ξαναείπε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται.

Α. ντε Σαιντ-Εξυπερύ, Ο μικρός πρίγκιπας,
μτφρ. Στρατής Τσίρκας, Ηριδανός

από εδώ.

IMG_5436

οι Π.Ε. και Φ.Μ.Μ. μετακομίζουν στα Κύθηρα σε λίγες μέρες…

Ο κάτω όροφος ενοικιάζεται..

« Older entries